Ιστορίες (απουσίας) υγιεινής από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

Η ζωή στην, κατά E. Gibbon (Ιστορία της παρακμής και πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), «πιο ευτυχισμένη κι ευημερούσα περίοδο της ανθρωπότητας»:

«Ο Carcopino έχει υπολογίσει ότι στη Ρώμη υπήρχε «μόνο ένα ιδιωτικό σπίτι για κάθε 26 πολυκατοικίες» (1940:23) και υποθέτει ότι αυτή η αναλογία ήταν χαρακτηριστική των ελληνορωμαϊκών πόλεων. Μέσα σ’ αυτές τις κατοικίες, υπήρχε τεράστια κοσμοπλημμύρα -οι ενοικιαστές είχαν σπάνια περισσότερα από ένα δωμάτια στα οποία «ολόκληρες οικογένειες συναγελάζονταν» (Carcopino 1940:44). Έτσι, όπως λέει και ο Stambaugh, η απομόνωση ήταν «ένα δυσεύρετο πράγμα» (1988:178). Δεν ήταν μόνο τρομερά συσσωρευμένοι οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτά τα κτίρια, αλλά και οι δρόμοι ήταν τόσο στενοί που, εάν οι άνθρωποι έσκυβαν έξω από το παράθυρό τους, θα μπορούσαν να κουβεντιάσουν με κάποιον που ζούσε απέναντι χωρίς να πρέπει να υψώσουν τις φωνές τους. Οι διάσημοι δρόμοι που οδηγούσαν έξω από τη Ρώμη, όπως η Via Appia ή η Via Latina, ήταν από 4,8 έως 6,5 μέτρα (ή 15,7 έως 21,3 πόδια) πλατιές!

Ακόμα χειρότερα, οι ελληνορωμαϊκές κατοικίες δεν είχαν φούρνους και εστίες. Το μαγείρεμα γινόταν πάνω σε ξύλα ή σε μαγκάλια με ξυλάνθρακα, τα οποία αποτελούσαν επίσης τη μοναδική πηγή θερμότητας. Δεδομένου ότι οι κατοικίες δεν είχαν καπνοδόχους, τα δωμάτια ήταν πάντα γεμάτα καπνό το χειμώνα. Επειδή τα παράθυρα μπορούσαν «να κλείσουν » μόνο με «κρεμασμένα υφάσματα ή δέρματα που τα φυσούσε η βροχή» (Carcopino 1940:36), οι κατοικίες ήταν αρκετά αερισμένες γιά να αποτρέπουν το συχνό φαινόμενο της ασφυξίας. Αλλά τα ρεύματα αύξαναν τον κίνδυνο να εξαπλωθούν γρήγορα οι πυρκαγιές, και «ο φόβος της πυρκαγιάς ήταν μια εμμονή ίδια μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών» (Carcopino 1940:33). Ο Parker (1967) αμφέβαλε ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν πραγματικά να αναλώσουν πολύ χρόνο σε καταλύματα τόσο περιορισμένα και βρώμικα. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τυπικοί κάτοικοι των ελληνορωμαϊκών πόλεων περνούσαν τη ζωή τους κυρίως στα δημόσια μέρη και ότι η μέση «κατοικία πρέπει να χρησίμευε μόνο ως ένας τόπος για ύπνο και αποθήκευση των υπαρχόντων» (Parker 1967:87).

Ένα πράγμα είναι σίγουρο σε τέτοιες περιπτώσεις υψηλής ανθρώπινης πυκνότητας: προκύπτουν επείγοντα προβλήματα υγιεινής. Είναι απόλυτα δόκιμο και σωστό να θαυμάζει κανείς τους Ρωμαίους για τα υδραγωγεία τους και τα δημόσια λουτρά τους, αλλά δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας το προφανές γεγονός ότι η ανθρώπινη και ζωική πυκνότητα των αρχαίων πόλεων θα πρόσθετε ένα απίστευτο φορτίο ακόμη και στη σύγχρονη αποχέτευση, την αποκομιδή απορριμμάτων, και τα συστήματα ύδρευσης. Ας έχουμε κατά νου, επίσης, ότι δεν υπήρχε κανένα είδος σαπουνιού. Ως εκ τούτου είναι αυτονόητο ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής, η ελληνορωμαϊκή πόλη και οι κάτοικοί της πρέπει να ήταν εξαιρετικά ακάθαρτοι. Ας εξετάσουμε την παροχή ύδρευσης. Τα υδραγωγεία έφεραν το νερό σε πολλές ελληνορωμαϊκές πόλεις, αλλά μόλις αυτό έφτανε εκεί δεν συντηρείτο και δεν κατανεμόταν σωστά. Στις περισσότερες πόλεις το ύδωρ διοχετευόταν με σωλήνες σε κρήνες και σε δημόσια κτίρια όπως τα λουτρά. Διοχετευόταν, επίσης, με σωλήνες στα σπίτια των πολύ πλούσιων. Αλλά για τους υπόλοιπους κατοίκους, το νερό έπρεπε να μεταφερθεί μέχρι το σπίτι μέσα σε κανάτες. Αυτό περιόριζε αναγκαστικά πολύ τη χρήση του νερού. Θα μπορούσε να διατεθεί πολύ λίγο για το τρίψιμο των πατωμάτων ή το πλύσιμο των ενδυμάτων. Ούτε θα μπορούσε να υπάρχει πολύ για λούσιμο, και πάρα πολύ αμφιβάλλω ότι τα δημόσια λουτρά εξυπηρετούσαν πραγματικά το κοινό με την κυριολεκτική έννοια. Ακόμα χειρότερα, το νερό ήταν συχνά πολύ μολυσμένο.

Στην εξαιρετική μελέτη του για την ελληνική και ρωμαϊκή τεχνολογία, ο Κ. D. White (1984) επεσήμανε ότι είτε το νερό τους προερχόταν από τα υδραγωγεία είτε από κρήνες ή πηγές, όλες οι μεγαλύτερες ελληνορωμαϊκές πόλεις έπρεπε να αποθηκεύουν νερό στις δεξαμενές, καθώς και ότι το «μη επεξεργασμένο νερό … όταν αφήνεται στάσιμο, ενθαρρύνει την αύξηση των φυκιών και άλλων οργανισμών, που καθιστά το νερό δύσοσμο, δυσάρεστο στη γεύση, και μετά από κάποιο χρόνο, μη πόσιμο» (1984:168). Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ο Πλίνιος συμβούλευε ότι «είναι καλύτερο να βραστεί όλο το νερό» (παρατίθεται στον White 1984:168).

Έπειτα από πιο προσεκτική εξέταση, η αντίληψη ότι οι ελληνορωμαϊκές πόλεις απολάμβαναν αποδοτικούς υπονόμους και υγιεινή αποδεικνύεται, επίσης, κατά ένα μεγάλο μέρος μια ψευδαίσθηση. Σίγουρα, ένας υπόγειος υπόνομος μετέφερε το νερό από τα λουτρά της Ρώμης μέσω των διπλανών δημόσιων τουαλετών και, στη συνέχεια, εκτός πόλης. Αλλά τι συνέβαινε με την υπόλοιπη πόλη; Πράγματι, όπως ακριβώς είναι εμφανώς ανόητο να υποτεθεί ότι οι δυστυχείς μάζες της Ρώμης μούλιαζαν κάθε βράδυ στα ρωμαϊκά λουτρά, παρέα με τους γερουσιαστές και τους ιππείς (η χωρητικότητα των λουτρών φανερώνει ότι αυτό είναι μια φυσική, καθώς επίσης και κοινωνική, γελοιότητα), είναι εξίσου ανόητο να θεωρηθεί ότι καθένας όποτε τον καλούσε η ανάγκη πεταγόταν μέχρι τις δημόσιες τουαλέτες. Η Ρώμη, όπως και όλες οι πόλεις μέχρι τη σύγχρονη εποχή, εξαρτιόταν από τα δοχεία των δωματίων και τους λάκκους που χρησίμευαν για τουαλέτες. Πράγματι, ο Stambaugh (1988) ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες κατοικίες εξαρτιόνταν εξ ολοκλήρου από τα δοχεία. Όσον αφορά στους υπονόμους, ήταν, ως επί το πλείστον, ανοικτές τάφροι στις οποίες ρίχνονταν οι ακαθαρσίες από τα αποφάγια και τα ουροδοχεία. […] οι περισσότεροι άνθρωποι στις ελληνορωμαϊκές πόλεις πρέπει να ζούσαν σε συνθήκες βρωμιάς που ξεπερνούν τη φαντασία μας.

Η μυρωδιά του ιδρώτα, των ούρων, των περιττωμάτων, και της αποσύνθεσης διαπερνούσε τα πάντα, «συσσωρευμένη σκόνη, σκουπίδια, βρωμιά και ζωύφια αφθονούσαν» (Carcopino 1940:44). Έξω, στο δρόμο, ήταν ελάχιστα καλύτερα. Λάσπη, ανοικτοί υπόνομοι, περιττώματα, και πληθώρα ατόμων. Στην πραγματικότητα, νεκροί άνθρωποι -ηλικιωμένοι καθώς επίσης και νήπια- μερικές φορές απλά πετάγονταν στο δρόμο και εγκαταλείπονταν (Stambaugh 1988).

Επιπλέον, ακόμα κι αν οι πλουσιότερες οικογένειες θα μπορούσαν να παρέχουν άφθονο χώρο και καθαριότητα, δεν θα μπορούσαν εντούτοις να αποφύγουν την είσοδο μέσα στα σπίτια τους πολλών πτυχών της ακαθαρσίας και της αποσύνθεσης που τις περιέβαλαν. Η δυσωδία αυτών των πόλεων πρέπει να ήταν εξουθενωτική για πολλά μίλια -ειδικά στο ζεστό καιρό και θα πρέπει να υπέφεραν ακόμη και οι πλουσιότεροι Ρωμαίοι. Δεν είναι άξιο απορίας που τους άρεσε τόσο πολύ το λιβάνι. Επιπλέον, οι ελληνορωμαϊκές πόλεις πρέπει να ήταν γεμάτες με μύγες, κουνούπια, και άλλα έντομα που ακμάζουν όπου υπάρχει πολύ στάσιμο νερό και εκτεθειμένη βρωμιά. Και, όπως ακριβώς οι άσχημες μυρωδιές, έτσι και τα έντομα συμπεριφέρονται πολύ δημοκρατικά.

Σταθερός σύντροφος της βρωμιάς, των εντόμων, και της συσσώρευσης είναι η ασθένεια. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι κοινωνίες δεν έχουν τα αντιβιοτικά ή, πράγματι, δεν διαθέτουν καμία γνώση για τα μικρόβια. Σχετικά με αυτό το θέμα, επίσης, μπορεί κανείς να φυλλομετρήσει άσκοπα σχεδόν όλα τα βιβλία για τη ρωμαϊκή και ελληνική κοινωνία ή την εξάπλωση του Χριστιανισμού, καθώς λέξεις όπως «επιδημία», «πανούκλα», και ακόμη και «ασθένεια» δεν εμφανίζονται σχεδόν ποτέ. Αυτό φαίνεται απίστευτο, όχι μόνο γιατί ο ελληνορωμαϊκός κόσμος χτυπήθηκε περιοδικά από θανάσιμες επιδημίες, αλλά γιατί η ασθένεια και η έμφυτη θλίψη ήταν πιθανόν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καθημερινής ζωής αυτής της εποχής (Patrick 1967). Παραδείγματος χάριν, μια πρόσφατη ανάλυση σε αποσυντεθειμένα υπολείμματα ανθρώπινων περιττωμάτων από μια χωματερή στην Ιερουσαλήμ βρήκε αφθονία αυγών πλατυέλμινθα [Σ.τ.Μ.: παρασιτικός κεστώδες σκουλήκι του εντέρου με επίπεδη ταινιοειδή μορφή] και τρίχουρου [Σ.τ.Μ.: γένος εντερικών νηματωδών παρασίτων που κατεξοχήν μολύνει τον άνθρωπο], τα οποία δείχνουν «κατάποση μολυσμένων από κοπριά τροφίμων ή [ … ] ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης κατά τις οποίες οι άνθρωποι ήρθαν σε επαφή με ανθρώπινα περιττώματα» (Cahill κ.ά. 1991:69). Αν και η μόλυνση κάποιου από το ένα ή το άλλο ή και τα δυο εντερικά παράσιτα δεν είναι θανατηφόρα, εντούτοις και τα δύο μπορούν να προκαλέσουν αναιμία καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα θύματα πιο ευάλωτα σε άλλη ασθένεια. Επιπλέον, όπου τέτοια παρασιτική μόλυνση ήταν σχεδόν καθολική, οι περισσότεροι άνθρωποι αναμφισβήτητα έπασχαν και από «άλλα ανθεκτικά στα περιττώματα βακτηρίδια και πρωτοζωικές ασθένειες».

Η ελληνορωμαϊκή πόλη ήταν μια βρωμερή τρύπα μολυσματικής ασθένειας -επειδή έτσι ήταν πάντα στις πόλεις. Πράγματι, δεν ήταν παρά μόνο στις παραμονές του 20ού αιώνα που η αστική θνησιμότητα μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πόλεις της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής να μπορούν να διατηρήσουν τους πληθυσμούς τους χωρίς πρόσθετη εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές Ο Bagnall επεσήμανε επίσης ότι οι αρχαίοι συγγραφείς επιστολών κατατρύχονται με ευχές για την υγεία, εκθέσεις σχετικά με την υγεία του αποστολέα, και έρευνες σχετικά με την υγεία του παραλήπτη. Ένας σύγχρονος αναγνώστης ίσως μπει στον πειρασμό να απορρίψει [ αυτό] ως πάρα πολύ ευγενικό τύπο[ … ]. Αλλά αυτό θα ήταν τελείως λάθος. Υπάρχουν πολλές εντονότατες δηλώσεις που κατακρίνουν επιστολογράφους που δε γράφουν για την υγεία τους, όπως «είμαι έκπληκτος που μέχρι τώρα δεν μου έχετε γράψει για την υγεία σας». (1993:185)

Επιπλέον, όπως έχουμε δει, οι γυναίκες στους ελληνορωμαϊκούς χρόνους ταλαιπωρούνταν ιδιαίτερα λόγω των χρόνιωn μολύνσεων που προέκυπταν από τους τοκετούς και τις αμβλώσεις. Λίγη κατάπληξη προξενεί το γεγονός ότι η θεραπεία ήταν μια τόσο κεντρική πτυχή και της ειδωλολατρίας και του πρώιμου Χριστιανισμού»

Πηγή: Rodney Stark, Η εξάπλωση του Χριστιανισμού, μετ. Μ. Λουκά, σσ. 229-237
Γιάννης Ταχόπουλος

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *