Από το βιβλίο: Νέα Δεξιά, [ΜΕΤΑ]ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, εκδ.Manifesto, 2025.
Alain de Benoist & Charles Champetier
Ο φιλελευθερισμός ενσαρκώνει την κυρίαρχη ιδεολογία της νεωτερικότητας, την πρώτη που εμφανίστηκε, η οποία θα είναι και η τελευταία που θα εξαφανιστεί. Αρχικά, η φιλελεύθερη σκέψη κατέστησε την οικονομία αυτόνομη από την ηθική, την πολιτική και την κοινωνία στις οποίες ήταν προηγουμένως ενσωματωμένη. Σε ένα δεύτερο χρόνο, ανέδειξε την εμπορική αξία σε υπέρτατη παράμετρο του συνόλου της κοινής ζωής. Η έλευση της «βασιλείας της ποσότητας», επιβραβευμένη από το «αόρατο χέρι» της αγοράς, περιγράφει αυτή τη μετατόπιση από τις οικονομίες της αγοράς στις κοινωνίες της αγοράς, δηλαδή την επέκταση των νόμων της εμπορικής συναλλαγής σε όλες τις περιοχές της ύπαρξης. Ο φιλελευθερισμός άλλωστε ανέδειξε τον σύγχρονο ατομικισμό σε βάση μιας ανθρωπολογίας που είναι τόσο περιγραφικά όσο και κανονιστικά λανθασμένη, βασιζόμενη σε ένα μονοδιάστατο ον, το οποίο αντλεί τα «απεριόριστα δικαιώματά» του από μια θεμελιωδώς μη κοινωνική «φύση», που υποτίθεται ότι επιδιώκει να μεγιστοποιεί συνεχώς το προσωπικό της συμφέρον, βγάζοντας από τη μέση όλες τις μη μετρήσιμες αποτιμήσεις και κάθε αξία που δεν προέρχεται από ορθολογικό υπολογισμό.
Αυτή η διττή ατομικιστική και οικονομιστική τάση συνοδεύεται από μια «δαρβινική» άποψη της κοινωνικής ζωής. Αυτή η τελευταία, σε έσχατη ανάλυση, επανέφερε τον γενικευμένο ανταγωνισμό, μια νέα εκδοχή του «πολέμου όλων εναντίον όλων», με σκοπό την επιλογή του «καλύτερου». Όμως, πέρα από το γεγονός ότι ο «καθαρός και τέλειος» ανταγωνισμός είναι ένας μύθος, από τη στιγμή που πάντα προϋπάρχουν κάποιες σχέσεις εξουσίας, ο ανταγωνισμός δεν λέει απολύτως τίποτα για την αξία εκείνου που επιλέγεται: από αυτόν προέρχονται τόσο οι καλύτεροι όσο και οι χειρότεροι. Η εξέλιξη επιλέγει τους καταλληλότερους να επιβιώσουν, αλλά ο άνθρωπος δεν αρκείται στην απλή επιβίωση: τακτοποιεί τη ζωή του με βάση ιεραρχίες αξιών απέναντι στις οποίες ο φιλελευθερισμός διατείνεται ότι παραμένει ουδέτερος.
Ο άδικος χαρακτήρας της φιλελεύθερης εξουσίας προκάλεσε μια εύλογη αντίδραση τον 19ο αιώνα, με την εμφάνιση του σοσιαλιστικού κινήματος, αλλά αυτό το τελευταίο παρέκλινε υπό την επίδραση των μαρξιστικών θεωριών. Λοιπόν: παρά τα όσα τους εναντιώνουν, ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός ανήκουν κατά βάση στο ίδιο σύμπαν, το κληροδοτημένο από τη σκέψη του Διαφωτισμού: ο ίδιος θεμελιώδης ατομικισμός, ο ίδιος εξισωτικός οικουμενισμός, ο ίδιος ορθολογισμός, η ίδια πρωτοκαθεδρία του οικονομικού παράγοντα, η ίδια επιμονή στη χειραφετική αξία της εργασίας, η ίδια πίστη στην πρόοδο, η ίδια προσδοκία για το τέλος της ιστορίας. Από διάφορες απόψεις, ο φιλελευθερισμός αρκέστηκε στο να πετύχει αποτελεσματικότερα ορισμένους από τους στόχους που μοιραζόταν με τον μαρξισμό: εκρίζωση των συλλογικών ταυτοτήτων και των παραδοσιακών πολιτισμών, απομάγευση του κόσμου, καθολίκευση του συστήματος της παραγωγής.
Οι ζημίες που οφείλονταν στην αγορά προκάλεσαν, με τον ίδιο τρόπο, την εμφάνιση και την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας. Στη διάρκεια της ιστορίας, η αγορά και το κράτος είχαν ήδη εμφανιστεί δίπλα-δίπλα. το τελευταίο επιδίωξε να φορολογήσει τις μη εμπορικές ενδοκοινοτικές συναλλαγές, οι οποίες προηγουμένως δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές, και μετέτρεψε έναν ομοιογενή οικονομικό χώρο σε όργανο της δικής του εξουσίας. Στη συνέχεια, η διάλυση των κοινοτικών δεσμών, που προκλήθηκε από την εμπορευματοποίηση της κοινωνικής ζωής, κατέστησε αναγκαία τη σταδιακή ενίσχυση ενός κράτους πρόνοιας που θα ήταν υπεύθυνο για την πραγματοποίηση των αναγκαίων αναδιανομών προς αναπλήρωση της εξαφανισθείσας παραδοσιακής αλληλεγγύης. Αυτές οι κρατικές παρεμβάσεις, αντί να εμποδίσουν την πορεία του φιλελευθερισμού, του επέτρεψαν να ευδοκιμήσει αποτρέποντας την κοινωνική έκρηξη, κατοχυρώνοντας έτσι την ασφάλεια και τη σταθερότητα που είναι απαραίτητες για το εμπόριο. Σε αντάλλαγμα, όμως, το κράτος πρόνοιας, το οποίο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αφηρημένη, ανώνυμη και αδιαφανής αναδιανεμητική δομή, γενίκευσε την ανευθυνότητα, μετατρέποντας τα μέλη της κοινωνίας σε άλλους τόσους εξαρτημένους, οι οποίοι πλέον δεν απαιτούν τόσο την ανατροπή του φιλελεύθερου συστήματος όσο την απεριόριστη και χωρίς ανταπόδοση επέκταση των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν.
Επιπλέον, ο φιλελευθερισμός ενέχει την άρνηση της ιδιαιτερότητας της πολιτικής, η οποία προϋποθέτει πάντοτε την επιδιαιτησία της λήψης αποφάσεων και την πολλαπλότητα των στοχεύσεων. Η «φιλελεύθερη πολιτική» εμφανίζεται, από αυτή την άποψη, ως αντίφαση στους όρους. Στοχεύοντας στη συγκρότηση του κοινωνικού δεσμού, εκκινώντας από μια θεωρία ορθολογικής επιλογής που αναπροσαρμόζει την ιδιότητα του πολίτη με βάση τη χρησιμότητα, περιορίζεται σε ένα ιδεώδες «επιστημονικής» διαχείρισης της παγκόσμιας κοινωνίας, την οποία θέτει υπό τον αποκλειστικό ορίζοντα της τεχνικής ικανότητας. Το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, πολύ συχνά συνώνυμο της δημοκρατίας των δικαστών, πιστεύει ταυτόχρονα ότι μπορεί να απέχει από το να προτείνει ένα μοντέλο χρηστής ζωής και φιλοδοξεί να εξουδετερώσει τις συγκρούσεις που ενυπάρχουν στην ποικιλομορφία της κοινωνίας μέσω αμιγώς νομικών διαδικασιών που αποσκοπούν στον καθορισμό του σωστού και όχι του καλού. Ο δημόσιος χώρος χάνεται στον ιδιωτικό χώρο, ενώ η αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποβαθμίζεται σε μια αγορά στην οποία συναντάται μια ολοένα και πιο περιορισμένη προσφορά (αναπροσανατολισμός των προγραμμάτων προς το κέντρο και σύγκλιση των πολιτικών) και μια ολοένα και λιγότερο αιτιολογημένη ζήτηση (αποχή).
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο φιλελευθερισμός δεν παρουσιάζεται πλέον ως ιδεολογία, αλλά ως ένα παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής ανθρώπων και αγαθών, που επισκιάζεται από τον υπερ-ηθικισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις οικονομικές, πολιτικές και ηθικές του μορφές, ο φιλελευθερισμός αντιπροσωπεύει το κεντρικό μπλοκ ιδεών μιας νεωτερικότητας που αποσυντίθεται. Και επομένως τον κύριο αντίπαλο όλων εκείνων που εργάζονται για την υπέρβασή της.

ΣΧΟΛΙΟ
Μανώλης Γ. Βαρδής
Η έκδοση του [Μετα]πολιτικού Μανιφέστου της Νέας Δεξιάς (Alain de Benoist & Charles Champetier) από τον φίλο Θ. Παντούλα και τις εκδόσεις manifesto, είναι ευπρόσδεκτη, διότι επιβεβαιώνει τόπους μίας πολιτισμικής κριτικής που την συναντάμε όλο και πιο συχνά.
Η προέλευση της Νέας Δεξιάς ως πνευματικού κινήματος μπορεί να εντοπιστεί στην «Ομάδα Έρευνας και Σπουδών για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» (GRECE), η οποία ιδρύθηκε από τους Alain de Benoist, Jacques Bruyas και Jean Jacques Mourreau, με τη συνεργασία των Claude Valla και Dominique Venner, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η GRECE έγινε η μόνη εναλλακτική λύση που απέμεινε για τους νέους και μαχητικούς Γάλλους εθνικιστές μετά τη διάλυση του κινήματος Jeune Nation το 1958, τη διάλυση του OAS και την ήττα του Rassemblement Europeen de la Liberte (REL) στις βουλευτικές εκλογές του 1967. Κατά τη δεκαετία του 1950, αυτοί οι «νέοι διανοούμενοι πίστευαν στην υπεράσπιση της Δύσης, στον «επιστημονικό ρατσισμό», στην ευγονική και στη «βιοπολιτική». Οι απόψεις τους αντιπροσώπευαν τον ριζοσπαστικό αντικομμουνισμό και τον υπερεθνικισμό. Ωστόσο, η εξέλιξή τους προς τον αντιιμπεριαλισμό βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο αποικισμός στη Γαλλία σχετιζόταν με τη ρεπουμπλικανική αριστερά, η οποία αρχικά αποίκισε και αργότερα επέτρεψε την ενσωμάτωση των αποικιοκρατούμενων στο γαλλικό έθνος (Α. Spektorowski, The Intellectual new Right, the European Radical Right and the Ideological Challenge to Liberal Democracy. International Studies, 39(2), 2002, σ. 166).
Στη Γαλλία, όλα ξεκίνησαν με ένα άρθρο του Thierry Pfister στην εφημερίδα Le Monde (22 Ιουνίου 1979), και ακολουθήθηκε λίγες μέρες αργότερα από ένα dossier στην εφημερίδα Le Nouvel Observateur (2 Ιουλίου). Μέσα σε οκτώ ημέρες, η Νέα Δεξιά είχε γίνει το καυτό θέμα στη Γαλλία. Το περιοδικό της, Nouvelle École, χρησίμευσε ως το θεωρητικό όργανο του κινήματος. Μεταξύ των ιδεών του ήταν η καταδίκη του «αμερικανικού μοντέλου» και της γαλλικής ξενοφοβίας, η υπεράσπιση της ελευθερίας των εθίμων και το ενδιαφέρον για την οικολογία (Israel Sanmartín Barros, LA ‘NEW RIGHT’ EN LOS AÑOS 80 Y 90, HAOL, Núm. 1 (Primavera, 2003), 39-53).
Από τότε πέρασε πολύς χρόνος και οι ιδέες σχετικά μεταβλήθηκαν. Οι διαπιστώσεις του Μπενουά είναι πολλές και ενδιαφέρουσες, θα δούμε αν αυτό από μόνο του αρκεί. Πράγματι, λοιπόν, η πολιτική ζωή θεμελιώνεται σε εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες, ο χριστιανισμός άνοιξε τις πόρτες για την τελική έξοδο από την θρησκεία (το κενός, σημειώνω, φαίνεται να θέλει να το καλύψει το ισλάμ αλλά και οι ανατολικές θρησκευτικές κινήσεις), όντως το “σπάσιμo” της γνώσης και της πείρας του τεχνίτη και των συντεχνιών έχει διαμορφώσει μία εύκολη κουλτούρα αέναης καινοφάνειας (: μπορούμε να τα δούμε όλα αυτά και στον R. Sennett, Ο Τεχνίτης, Εκδόσεις Νησίδες), αληθινά ακουμπά την δεξιά παλινδρόμηση, ομολογώντας πως η νεωτερικότητα θα ξεπεραστεί με την προσφυγή σε ορισμένες προ-νεωτερικές αξίες σε μία μετα-νεωτερική προοπτική. Και συνεχίζει με την κριτική στην εμφάνιση και λειτουργία του κράτους-πρόνοιας ως μίας αναδιανεμητικής δομής προβληματικής βάσης (από άποψη και Πολιτικής Επιστήμης). Ο υπερ-ηθικισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (: ο λεγόμενος “δικαιωματισμός”), δεν είναι παρά μία μεταμφίεση ενός σύγχρονου ιμπεριαλισμού (μετά τις Σταυροφορίες και την Αποικιοκρατία). Αλλά πάνω απ’ όλα, είναι το ιδεολόγημα της «από πάνω» κοινωνικής ενσωμάτωσης των αποξενωμένων και μοναχικών ατόμων των σύγχρονων κοινωνιών. Και επειδή τα άτομα της εποχής μας αξιολογούν εαυτούς και αλλήλους ως “πράγματα”, η διακυβέρνηση τους δεν θα μπορεί να είναι παραδοσιακά πολιτική, αλλά τεχνοκρατική και ουδέτερη, ουσιαστικά α-πολιτική. Οι συγγραφείς παράγουν πολλούς κοινούς τόπους με την ριζοσπαστική αριστερά, όπως είναι η κριτική της παραγωγικότητας, των κοινωνικών ανισοτήτων, της “χρηματολογίας”, των πόλεων-εκτρωμάτων, της κατανάλωσης, τασσόμενοι υπέρ του σεβασμού της φύσης (οικολογία) αλλά και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος διαβίωσης.
Τέτοια τα έχουμε ακούσει και από άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Βρισκόμαστε στο επίπεδο της οριακής αφέλειας: δηλαδή, με τις νέες τεχνολογίες θα μπορούμε να δουλεύουμε λιγότερο και να παράγουμε περισσότερα, άρα θα είμαστε σε θέση να διεκδικήσουμε την ελευθερία στον χρόνο της ζωής μας. Εδώ, επιστρέφει πίσω το βέλος της κριτικής στον νέο δυτικό ιμπεριαλισμό, αφού δεν νομίζω οι εργαζόμενοι στο Μπαγκλαντές (!) να προσυπογράφουν αυτές τις διαπιστώσεις. Η επιμονή μάλιστα στο παλιό οργανικό μοντέλο των τοπικών, παραδοσιακών κοινοτήτων που δήθεν θα υποκαταστήσουν το κράτος-πρόνοιας (και των δημοψηφισμάτων), είναι τόσο ουτοπική που μόνο με έναν δυτικό άνθρωπο σε (υπαρξιακή) κρίση μπορεί να σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο.
Αυτό που είναι σημαντικό είναι κάτι άλλο. Στην προσπάθεια τους οι συγγραφείς να υπερβούν την άχαρη και εγωιστική «Ευρώπη των Εθνών» ή την φιλελεύθερη-τεχνοκρατική ενοποίηση, φθάνουν να προσεγγίσουν ομοσπονδιακά ιδεώδη. Αίφνης, βρισκόμαστε ενώπιον της αρχής της επικουρικότητας (η οποία έχει παπική διοικητική προέλευση) και σε νέους καταστατικούς χάρτες. Για εμένα, είναι ο δικός τους- ντροπαλός- τρόπος να μιλήσουν ή να υπονοήσουν την Αυτοκρατορία, άλλωστε «σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη το μέλλον ανήκει στις μεγάλες ομάδες πολιτισμών που είναι σε θέση να οργανωθούν σε αυτοτελείς περιοχές και να εφοδιαστούν με επαρκή δύναμη για να αντισταθούν στις επιρροές των άλλων» (σ. 73). Η πολιτική νομιμοποίηση της (ομοσπονδιακής) Αυτοκρατορίας θα είναι η δημοκρατική, λαϊκή ταυτότητα ως «η πολιτική έκφραση ενός λαού που, μέσω των ηγετών του, αποκτά τη δυνατότητα να είναι πολιτικά παρών στον εαυτόν του» (σ. 77).
Ο «μπουχτισμένος» από τον κρατικό ρεπουμπλικανισμό Γάλλος θέλει την οργανική επιστροφή του. Βέβαια, στην πραγματικότητα της ιστορίας, αυτό διεκδίκησαν και οι Καταλωνοί ή οι Φλαμανδοί. Διάβολε, στην Ευρώπη των Περιφερειών δεν ανήκουμε; Απλά, οι συγγραφείς αντιστρέφουν το «από πάνω» και το θέλουν να είναι «από κάτω». Το πολιτικό όραμα της Νέας Δεξιάς θα μείνει μάχη οπισθοφυλακών και θα βοηθήσει απλά τους νέους εθνικισμούς (τύπου Ουγγαρίας και Πολωνίας), εάν δεν ομολογήσει την ανάγκη για ένα «άκτιστο επέκεινα», διότι ο επιμετρών Δ. Σκλήρης «καλά, το έπιασε»: «Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ένα άκτιστο επέκεινα για να ενοποιήσει την οικουμένη του κόσμου, είτε με το θεϊκό «βλέμμα» ή «λόγο» του, είτε, ακόμη περισσότερο, με τον ενσαρκωμένο Λόγο, όπως θέλει η χριστιανική θεολογία, για αυτό εντός ενός αρχαιοελληνικού και δη προσωκρατικού τύπου μονισμού δικαιούται να αναπτυχθεί το ανθρώπινο γεγονός στην πολλαπλότητα των εκφράσεων του» (σχολιάζοντας την τάση του Μπενουά, σ. 134).
Πρώτη, δεύτερη, τρίτη…ίσως και τέταρτη Ρώμη;






