Οι Τρεις Ιεράρχες και οι ύβρεις

Των Τριών Ιεραρχών σήμερα, και θα επαναληφθούν οι απόψεις εναντίον της σημερινής γιορτής ως παράλογης, αφού χριστιανοί, είτε άσχετοι με οτιδήποτε ελληνικό είτε πολιτισμικά ανθέλληνες, τέθηκαν ως προστάτες των (ελληνικών) Γραμμάτων και της (ελληνικής) Παιδείας. Πρέπει μάλλον να καταλήξουμε προκαταβολικά στο συμπέρασμα ότι οι υποστηρικτές τέτοιων απόψεων γνωρίζουν για την Αρχαιότητα πολύ λιγότερα πράγματα από ό,τι οι χριστιανοί.

Γράφει ο Γιάννης Ταχόπουλος – 30/01/2026

Αυτό ήταν αναμενόμενο, αφού ήδη στην αυγή των Νέων Χρόνων η Αρχαιότητα ανακηρύχθηκε λάβαρο (των αστών). Ό,τι όμως αντιμετωπίζεται έτσι, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης, παρά καταντά γηπεδικό σύνθημα χούλιγκαν. Αντίθετα, οι χριστιανοί πάντοτε είχαν, όπως και μερικοί Εθνικοί της Ύστερης Αρχαιότητας, αμφίσημη στάση, επαίνου και κατάκρισης για το παρελθόν, δηλαδή πιο ρεαλιστική, πιο κοντινή στην πραγματικότητα της Αρχαιότητας από ό,τι οι Νέοι Χρόνοι.

Εντυπωσιάζει η άγνοια που διακρίνει την αποδοκιμαστική παράθεση των επιθέσεων που έκαναν (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» σε συγκεκριμένους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Δεν αγνοούνται απλώς οι συμβάσεις της ρητορικής και του δημόσιου λόγου τότε, αλλά το σημαντικότερο οι τόνοι λάσπης και ύβρεων που είχαν εξαπολύσει αιώνες πριν από το Χριστιανισμό Έλληνες φιλόσοφοι κατά Ελλήνων φιλοσόφων, χωρίς αυτό να ενοχλεί κάποιους σήμερα. Έλληνες φιλόσοφοι αποκαλούσαν τους Έλληνες φιλοσόφους:

-Αγροίκους (ο Αριστοτέλης τους Ξενοφάνη και Παρμενίδη, Μεταφυσικά, Α’, 986b, 27),

-Απαίδευτους (ο Αριστοτέλης τους Κυνικούς, Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b), 24),

-Τυφλούς και κουφούς (ο Παρμενίδης τον Ηράκλειτο, Απ. 6, 8 ), αγύρτες (ο Ηράκλειτος τον Πυθαγόρα, απ. 81),

-Ανόητους (ο Ηράκλειτος τους Ησίοδο, Πυθαγόρα, Ξενοφάνη και Εκαταίο, απ. 40, ο ποιητής Σωσίθεος τον Στωικό Κλεάνθη, Διογένης Λαέρτιος VII.173),

-Άσοφους (ο Ξενοφάνης τον Εμπεδοκλή, Διογένης Λαέρτιος IX.20),

-Προαγωγούς (ο Στωικός Ποσειδώνιος τον Επίκουρο, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6),

-Κομπογιαννίτες (ο ίδιος).

-Λογοκλόπους (ο ίδιος, ο Άλκιμος ο Σικελιώτης τον Πλάτωνα, Διογένης Λαέρτιος, III.9, ο Αθηναίος, XI, 505b παραθέτει κατηγορίες άλλων για λογοκλοπή που διέπραξε ο Πλάτωνας, ο Δημόκριτος τον Αναξαγόρα, Διογένης Λαέρτιος, IX.34, ο Πλάτων τον Αισχίνη, Διογένης Λαέρτιος, II.60, ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος τον Χρύσιππο, Διογένης Λαέρτιος, VII.181, διάφοροι σύγχρονοι του Πλωτίνου τον Πλωτίνο ως λογοκλόπο του Νουμήνιου, Πορφύριος, Περί Πλωτίνου βίου, 17-18),

-Αισχρολόγους (ο Επίκτητος τον Επίκουρο, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6)

-Λαίμαργους (ο Τιμοκράτης τον Επίκουρο, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6),

-Πόρνους (ο Επίκουρος τον Ναυσιφάνη, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6),

-Ποταπούς και ξεδιάντροπους (ο σκεπτικός Τίμων τον Επίκουρο, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6),

-Ζώα που μόνο τρων και πίνουν (ο Επίκτητος τον Επίκουρο, Διατριβή Β’, κ’, 10)

-Κόλακες (ο Επίκουρος τον Πλάτωνα, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8, ο Λουκιανός τον Αριστοτέλη, Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου, ο Λουκιανός τον Πλάτωνα, Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου),

-Άσωτους (ο Επίκουρος τον Αριστοτέλη, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8, ο Λουκιανός τον Αρίστιππο, Βίων Πράσις),

-Χαμάληδες και γραφιάδες (ο Επίκουρος τον Πρωταγόρα, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8)

-Ταραχοποιούς (ο Επίκουρος τον Ηράκλειτο, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8)

-Φθονερούς (ο Επίκουρος τους Μεγαρικούς του Ευκλείδη, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8),

-Αμαθείς και ακαλλιέργητους (ο Επίκουρος τον Πύρωνα, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8),

-Φαφλατάδες (ο Επίκουρος τον Δημόκριτο, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8),

-Φλύαρους (ο Τίμων τον Αντισθένη, Διογένης Λαέρτιος, VI.18, οι άνθρωποι της εποχής του Πλωτίνο τον Πλωτίνο, Πορφύριος, Περί Πλωτίνου βίου, 17-18, ο Στράβων τον Ηρόδοτο, Γεωγραφικά, 17.52),

-Βλάκες (ο Επίκουρος τον Αντίδωρο, Διογένης Λαέρτιος, X.7-8, ο Λουκιανός τον Εμπεδοκλή, Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου),

-Βλαβερούς (ο Επίκουρος τον Αριστοτέλη, Φιλόδημος, Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15),

-Ασυνεπείς (ο Στωικός Κλεάνθης τους Αριστοτελικούς, Διογένης Λαέρτιος, VII.173. Ο ίδιος τον Πλατωνικό Αρκεσίλαο, στο ίδιο. Ο Διογένης ο Κυνικός τον Αντισθένη, Δίων Χρυσόστομος 5.3.2),

-Υπαίτιους για την ασέβεια (ο Πλάτων τους Σοφιστές, Νόμοι, 889e-890a),

-Φιλόδοξους (ο Πλούταρχος τον Επίκουρο, Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, 1 (1128bc)),

-Ανθέλληνες (!) (ο Επίκουρος τον αστρονόμο Εύδοξο, Διογένης Λαέρτιος, X.3-6),

-Θηλυπρεπείς (ο επικούρειος Αρκεσίλαος τους μη Επικούρειους, Διογένης Λαέρτιος, IV.6),

-Πιο παράλογους κι από τους ποιητές της μυθολογίας (ο Πλούταρχος τους Στωικούς, σε τέσσερα βιβλία του),

-Αξιοθρήνητους (ο Πλάτων τον Ηράκλειτο, Φαίδων, 90c-d),

-Επηρμένους (ο Αντισθένης τον Πλάτωνα, Διογένης Λαέρτιος, VI.7),

-Παιδαρέλια (ο ίδιος, στο ίδιο),

-Οψιμαθείς (ο Πλάτων τον Αντισθένη, Σοφιστής, 251b),

-Ξερόλες (ο σκεπτικός Τίμων τον Αντισθένη, Διογένης Λαέρτιος, VI.18),

-Σαχλούς (ο σκεπτικός Τίμων τους Πλατωνικούς, Διογένης Λαέρτιος IV.67),

-Άτομα γράφουν κοινοτοπίες (ο Τίμων τον Πλάτωνα, Διογένης Λαέρτιος III.26),

-Μωρολόγους (o Άλεξις τον Πλάτωνα, Διογένης Λαέρτιος III.28),

-Συκοφάντες, ανήθικους και συμφεροντολόγους (ο Κωμωδιογράφος Έφιππος τον Πλάτωνα Αθηναίος, XI, 509c-e),

-Διψασμένους για δόξα (ο Πλουταρχος τον Επίκουρο, Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, 1 (1128bc), ο Διοσκουρίδης τον Πλάτωνα, Αθηναίος, XI, 507d),

-Ανόητους (ο Πλάτων τους Ορφικούς, Πλούταρχου, Σύγκρ. Κίμωνα-Λεύκιου, 1, Ολυμπιόδωρος Εις Πλάτωνος Φαίδωνα 7.10),

-Αλαζόνες (ο Λουκιανός τον Εμπεδοκλή, Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου),

-Σοφιστές (ο Λουκιανός τον Σωκράτη, Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Κέρβερου),

-Ζηλόφθονες (ο Ηγήσανδρος από τους Δελφούς τον Πλάτωνα, Αθηναίος, XI, 507ab),

-Ασυνάρτητους (o Αριστοτέλης τον Πρωταγόρα, Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4), ο Ιάμβλιχος τον Πορφύριο, Περί Μυστηρίων, 3.25),

-Αντιφατικούς (ο Πορφύριος τους Στωικούς, Περί αποχής εμψύχων, 3.2),

-Εξυμνητές τυράννων (ο Πλάτων τον Σιμωνίδη, τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή, Πρωταγόρας, 346b, Πολιτεία 568b-c, βλ. και Νόμοι, 817ab-d όπου προτείνει την λογοκρισία των ποιημάτων τους), άεργους λογομαχούντες (ο Τίμων τους λογίους του Μουσείου της Αλεξάνδρειας, Αθηναίος 22D),

-Αντικείμενα μαζικής χλεύης (ο Αθηναίος για τους Αθηναίους κατά του Πλάτωνα, XI, 508b),

-Ανόητους και ασύνετους (ο ποιητής Ανάξιππος τους φιλοσόφους Αθηναίος, ΙΓ’, 611a),

-Που διδάσκουν φιλοσοφία αντάξια για ζώα κι όχι ανθρώπους (ο Απολλώνιος Τυανέας τον Αναξαγόρα και τον Κράτητα τον Θηβαίο, Φιλόστρατου, Βίος Απολλωνίου Τυανέως, 13),

-Σαλιγκάρια, ακρίδες και μη αυτόχθονες (ο Αντισθένης τους Αθηναίους, Διογένης Λαέρτιος, VI.1),

-Ανώριμους εκ φύσεως, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν την αλήθεια μόνοι τους, που αλλοιώνουν όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς, καινοτόμους, παράτυπους, πνευματικά ασταθείς (ο σύριος φιλόσοφος Ιάμβλιχος όλους τους εθνοτικά Έλληνες, Περί Μυστηρίων, 7.5) και πολλά άλλα.

Μάλλον ο Αρχαίος Ελληνισμός που έχουν κατά νου οι σύγχρονοι αυτοί επικριτές είναι τόσο large, ώστε αντέχει μόνο την εσωτερική έντονη κριτική.

Οι κατηγορίες προς τους «Τρεις Ιεράρχες» για αντίθεση στον Ελληνισμό ή για ανυπαρξία οποιασδήποτε κοινής αξίας με τις «ελληνικές αξίες» έχουν ως βάση τους την άγνοια για την πολυπλοκότητα αυτού που λέμε «Αρχαίο Ελληνισμό». Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» επειδή που υπερασπίζονται την παρθενία των μοναχών (π.χ. Χρυσόστομος, Περί παρθενίας, PG 45, 533), δεν κατηγορείται όμως π.χ. η παρθένα εθνική Υπατία που ο Εθνικός (και αντιχριστιανός) Δαμάσκιος επαινούσε επειδή ήταν παρθένα (Δαμάσκιος, Φιλόσοφος Ιστορία, 43A), γιατί αυτοί ήταν Μη Χριστιανοί. Δεν κατηγορούν οι επικριτές τον Δημόκριτο, που δεν επιθυμούσε παιδιά (Στοβαίος, Εκλογαί, 4.24). Δεν κατηγορούν τον Επίκουρο, που πίστευε ότι η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε σε κάτι (Διογένης Λαέρτιος, X.118). Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» ότι επιτίθενται στον Πυθαγόρα. Θα έπρεπε τότε να κατηγορηθεί και ο Ηράκλειτος, που καταφέρεται κατά του Πυθαγόρα. Κατηγορούνται επειδή καταφέρονται κατά του Πλάτωνα. Θα έπρεπε τότε να κατηγορηθεί και ο Διογένης ο Κυνικός, που κάθε μέρα διέσυρε δημόσια τον Πλάτωνα: «Όταν ο Πλάτων διετύπωσε τον ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο και άπτερο και είχε κάνει μεγάλη εντύπωση με αυτά τα λόγια του, ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα, τον πήγε στην Ακαδημία και του είπε: αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα» (Διογένης Λαέρτιος, VI.40). Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» πως ειρωνεύονται και βρίζουν τους Έλληνες φιλόσοφους συνολικά. Θα έπρεπε να κατηγορηθεί και ο Εθνικός Ιάμβλιχος γιατί το ίδιο κάνει συνολικά κατά των Ελλήνων (Περί Μυστηρίων, 7.5). Οι Αιγύπτιοι –«το αρχαιότερο έθνος» σύμφωνα με τον εθνικό Δαμάσκιο, σχολάρχη της Νεοπλατωνικής Ακαδημίας– «φιλοσόφησαν πρώτοι», «οι Έλληνες τους αντέγραψαν»· οι Αιγύπτιοι και οι Σύροι ήταν «ἱερὰ ἔθνη», των οποίων τη γλώσσα οι θεοί ανέδειξαν σε «ἱεροπρεπῆ» κ.ο.κ. Βλ. Δαμάσκιος, Φιλόσοφος Ιστορία. 1, 4A, 47-48, 72D, 137B). Η κατωτερότητα της ελληνικής γλώσσας επισημαίνεται από τους τελευταίους «Έλληνες Εθνικούς». Ο δημοφιλής μεταξύ των Εθνικών αιγυπτιακός «Ερμής Τρισμέγιστος» χαρακτηρίζει «θόρυβο από λόγια» την ελληνική φιλοσοφία, γιατί οι εθνοτικά Έλληνες έχουν να παρουσιάσουν μόνο κενούς λόγους· η δε

μετάφραση στα ελληνικά των ιερών αιγυπτιακών κειμένων κατ’ αυτόν οδήγησε στην πλήρη διαστροφή του περιεχομένου των. Βλ. Ερμής Τρισμέγιστος, 232.2-16 (16.1-2). Αλλά και τα Χαλδαϊκά Λόγια, 150, απαιτούν να μην μεταφράζονται στα ελληνικά οι ανατολικές παγανιστικές ορολογίες. Ο «Ανθελληνισμός των Τριών Ιεραρχών» μάρανε κάποιους.

Τι να πει κανείς για τον Εύπολη (απ. 352), ο οποίος λέει για τον Σωκράτη: «Μισῶ τὸν Σωκράτη, τὸν φλύαρον ἀλήτην»; Θα έπρεπε να κατηγορηθεί και ο Λουκιανός, που αποκαλεί «σοφιστή» και «ψευτογενναίο» τον Σωκράτη, και μάλιστα τον βάζει (ο Λουκιανός) κατεβαίνοντας στον Άδη να δηλώνει επάγγελμα «παιδεραστής». Αλλά κι αυτός είναι Μη Χριστιανός. Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» για μια δήθεν θανατοφιλία. Θα έπρεπε να κατηγορηθεί και ο Πλάτωνας, που υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι, 828d), ο Θέογνις, που πιστεύει ότι καλύτερα θα ήταν να μην είχαμε γεννηθεί, κι αν γεννηθήκαμε, να πεθάνουμε το γρηγορότερο δυνατό (Α’ Ελεγεία, στ. 425-428). Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» επειδή με σκληρή γλώσσα καταδικάζουν τη μαντεία και τη μαντική, καθώς και τα μαγικά ξόρκια και φυλακτά. Τότε θα έπρεπε να κατηγορηθεί και ο Ξενοφάνης, που απέρριπτε την μαντική και ο Πλάτωνας, που νομοθετεί εναντίον της νόμους. Κατηγορούνται επειδή ήταν αντίθετοι στους Ολυμπιακούς Αγώνες (αν και αυτοί συνεχίστηκαν ως τις αρχές του 6ου αι. στην Αντιόχεια). Θα έπρεπε να κατακριθεί ο Ευριπίδης, ο Ξενοφάνης, ο Διογένης ο Κυνικός, ο Παυσανίας, ο Επίκτητος, ο Φιλόστρατος και ο Γαληνός, που είναι αντίθετοι με το αθλητικό ιδεώδες και την πρακτική της εποχής τους. Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» πως ήταν μισογύνηδες. Εδώ ισχύει η φράση για το σπίτι του κρεμασμένου στο οποίο δεν μιλάνε για σκοινί. Θα έπρεπε πρώτα να κατηγορηθούν οι μη Χριστιανοί Ευριπίδης, Παλλαδάς και Ησίοδος ή ο Πλάτων που θεωρεί ότι η ενσάρκωση σε γυναικείο σώμα είναι τιμωρία του άντρα για την προηγούμενη ζωή του. Κατηγορούνται οι Τρεις (και άλλοι) Ιεράρχες, επειδή κατακρίνουν όσους πηγαίνουν στο θέατρο, επειδή αντιπαθούν το θέατρο. Τότε θα έπρεπε να κατηγορηθεί και ο Ιουλιανός, που δεν πατούσε στα θέατρα και βρίζει το θέατρο (Επιστολή 89β, 304bc, Μισοπώγων, 4, 21 και 31). Αλλά αυτός είναι Έλληνας, δεν μετράει. Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» ως ενάντιοι στα απλά ήθη και έθιμα των Ελλήνων, στα μοιρολόγια κ.λπ. Τότε θα έπρεπε να κατακρίνεται η Σπάρτη, που απαγόρευε στις μανάδες των φονευθέντων στρατιωτών το θρήνο (F. De Coulanges, Η Αρχαία Πόλη, σ. 347) και ο Λυκούργος, που κατάργησε τα πένθη και τα μοιρολόγια (Πλούταρχος, Τα παλαιά των Λακεδαιμονίων επιτηδεύματα, 18 (238d)). Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» για θέματα γυναικείου καλλωπισμού. Τότε θα έπρεπε να κατακριθεί και ο Σόλωνας, που απαγόρευε στις γυναίκες να έχουν μαζί τους έξω πάνω από τρία φορέματα ή οι Σπαρτιάτες που κούρευαν υποχρεωτικά τις νεόνυμφες σύρριζα και απαγόρευαν στις γυναίκες να έχουν μακριά μαλλιά. Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» επειδή κατακρίνουν τα πολλά γέλια. Τότε θα έπρεπε να κατακριθεί ο Πλάτωνας (Πολιτεία, 388e) που τα απαγορεύει για τους νέους και δεν θέλει να παρουσιάζονται (δηλαδή στην τέχνη) οι θεοί γελαστοί. Θα πρέπει να κατηγορηθούν πρώτα ο Αναξαγόρας, ο Αριστόξενος κι ο Ηράκλειτος, που ήταν αγέλαστοι και σκυθρωποί (Αιλιανός, Ποικίλη Ιστορία, 8.13), όπως κι ο Εμπεδοκλής (Διογένης Λαέρτης, VIII.73). Κατακρίνεται ο Χρυσόστομος επειδή τονίζει πως σε αντίθεση με τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα, οι Απόστολοι πέτυχαν εύκολα τον προσηλυτισμό στις απόψεις τους. Αλλά τότε θα έπρεπε να κατηγορηθεί ο Πλούταρχος που γράφει ότι «ο Πλάτων κι ο Σωκράτης δεν έπεισαν πολλούς» και ότι «Ο Πλάτων έγραψε ένα μόνο σύγγραμμα για την πολιτειακή οργάνωση και δεν έπεισε κανέναν» (Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, 1.5 (328c-e)). Οι τοτινοί Χριστιανοί έλεγαν αυτό που ήταν πασίδηλο, και το είχαν ήδη παρατηρήσει οι Παγανιστές. Κατηγορούνται (και) οι «Τρεις Ιεράρχες» ότι αδιαφορούν για τη Γνώση αφού γι’ αυτούς δεν συνεπάγεται καμμία ωφέλεια για τη «σωτηρία της ψυχής». Τότε ας κατηγορηθεί και ο Σωκράτης, που ισχυρίζεται ότι «η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμμία» (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 23a).

Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι Τρεις Ιεράρχες επαινούν διαφορετικά πράγματα στους φιλοσόφους. Θαυμάζουν, κάποιοι, όχι τις θεωρίες αλλά την πράξη. Για παράδειγμα, ο Χρυσόστομος γράφει (Περί παρθενίας, 8.2) ότι ο Πλάτωνας «ζούσε στον Κήπο της Ακαδημίας, όπου έτρωγε ελιές και παρέθετε φτωχικό τραπέζι και βρισκόταν έξω από όλη εκείνη την πολυτέλεια. Και δεν είναι μόνο αυτό αξιοθαύμαστο αλλά και το ότι έγινε δούλος και πουλήθηκε κατά διαταγή του τυράννου. Τέτοιο πράγμα είναι η αρετή, όχι μόνο για όσα πράττει αλλά και για όσα υφίσταται». Για τον Σωκράτη, ότι «ήταν ενδοξότερος του Αρχελάου αν και ο δεύτερος ήταν βασιλιάς, αφού δεν είχε τίποτε περισσότερο από ένα ένδυμα. Και από τη φήμη που υπάρχει τώρα, φαίνονται και τα προηγούμενα». Οι Έλληνες, κατά το Χρυσόστομο (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1) «είχαν να επιδείξουν ορισμένους που φιλοσόφησαν περί χρημάτων και κατανίκησαν το πάθος της οργής». Όσο για την άποψη για ανθελληνισμό του Χρυσοστόμου, αυτός γράφει: «Δεν επιτρέπεται στους Χριστιανούς να καταστρέφουν την πλάνη με τρόπο αναγκαστικό και βίαιο, αλλά να φροντίζουν με την πειθώ, τη διδασκαλία και την πραότητα να οδηγούν τους ανθρώπους στη σωτηρία» (Λόγος εις μακάριον Βαβύλαν, 3).

Ο Χρυσόστομος, ενώ αρνείται ότι από μόνη της η φιλοσοφία διαπλάθει σωστό χαρακτήρα, απορρίπτει την ιδέα να κλείσουν οι φιλοσοφικές σχολές (τα διδασκαλεία, όπως λεγόταν τότε), δηλαδή την ιδέα να καταργηθεί – απαγορευτεί η φιλοσοφία (Προς πιστόν πατέραν, 11): «”Λοιπόν, τι; Θα γκρεμίσουμε, λες, τα διδασκαλεία;”. Δεν εννοώ αυτό, αλλά να μην καταστρέψουμε το οικοδόμημα της αρετής και θάψουμε ζωντανή την ψυχή;». Και συνεχίζει (Προς πιστόν πατέραν, 12): «Και ας μη νομίζει κανείς ότι νομοθετώ να παραμένουν τα παιδιά αμόρφωτα. Αλλά εάν κανείς μάς εξασφάλιζε τα απαραίτητα, δε θα ήθελα να εμποδίσω να γίνει και αυτό. Γιατί, όπως ακριβώς όταν σαλεύονται τα θεμέλια και κινδυνεύει να πέσει όλη η οικοδομή είναι έσχατη ανοησία και παραφροσύνη να απευθυνθεί κάποιος προς τους μπογιατζήδες και όχι προς τους οικοδόμους, έτσι πάλι είναι αδικαιολόγητη η φιλονικία, όταν οι τοίχοι είναι στερεοί και ισχυροί, να εμποδίζουμε αυτόν που θέλει να ασβεστώσει».

Όσο για τον Μέγα Βασίλειο, είναι παράδοξο το γεγονός ότι αυτός επαινεί τον Όμηρο ως «έπαινο αρετής» (Προς τους νέους, 4: «πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρω ἀρετῆς ἐστὶν ἔπαινος») ενώ ο Πλάτωνας απορρίπτει τους ποιητές και επιθυμεί την εξορία τους (Πολιτεία, 568c, 607d) από την πόλη. Στο έργο του Προς τους νέους, ο Μέγας Βασίλειος επαινεί (κεφ. 3) τον Ησίοδο για τους στίχους 285-290 του Έργα και Ημέραι, που γράφτηκαν για να προτρέπονται οι νέοι στην αρετή. Επαινεί τον Θέογνι (Ελεγεία, 157) και τον Σόλωνα (Πλούταρχου, Σόλων, 3) για την άποψή τους περί πλούτου. Γράφει για τον φιλόσοφο Πρόδικο ότι «πρέπει να προσέξουμε και αυτόν, διότι ο άνδρας δεν είναι αξιοκαταφρόνητος» και συνεχίζει «σχεδόν όλοι αυτοί [οι μη Χριστιανοί] που φημίζονται για τη σοφία τους, ο καθένας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο, ανάλογα με τη δύναμή τους, εξύμνησαν την αρετή στα συγγράμματά τους. Σ’ αυτούς πρέπει να δώσουμε εμπιστοσύνη και να προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τους λόγους τους στη ζωή μας». Επίσης επαινεί τον Περικλή και τον Ευκλείδη από τα Μέγαρα, για την απάθειά τους προς τους υβριστές, την οποία παρομοιάζει με την προτροπή του Κατά Ματθαίον 5, 44. Επαινεί (κεφ. 5) τον Σωκράτη για την αταραξία του γράφοντας «επειδή αυτά τα παραδείγματα οδηγούν σχεδόν στον ίδιο σκοπό με τα δικά μας, των Γραφών, λέω ότι αξίζει πολύ να τα μιμηθείτε κι εσείς» και παρομοιάζοντας τη συμπεριφορά τους με την προτροπή του κατά Ματθαίον 5, 39. Επαινεί ο Μέγας Βασίλειος την ηθικότητα του Αλέξανδρου προς τις αιχμάλωτες γυναίκες του Δαρείου (Αρριανού, Ανάβασις, 4, 19, 7) λέγοντας πως μοιάζει σαν εφαρμογή του Κατά Ματθαίον 5.28. Επαινεί τον Κλεινία, μαθητή του Πυθαγόρα, που δεν έδινε όρκο (Ιάμβλιχου, Βίος Πυθαγόρα, 28), όπως ακριβώς προστάζει η Έξοδος, 20.7. Θαυμάζει (κεφ. 7) την ολιγάρκεια του Διογένη για τα ρούχα (Διογένης Λαέρτιος, VI.2.54), επαινεί τη σωστή χρήση της μουσικής από τον Πυθαγόρα, την αντίληψη του Πυθαγόρα για τη λαιμαργία. Βρίσκει κοινή την άποψη του απ. Παύλου (Προς Ρωμ. 13.14) και του Πλάτωνα (Πολιτεία, 411a) ότι το σώμα πρέπει να το φροντίζουμε όσο πρέπει κι όχι υπερβολικά. Θαυμάζει (κεφ. 8 ) τον Διογένη για την περιφρόνησή του προς τα περιττά αγαθά, γεγονός που τον έκανε «πλουσιότερο από τον μεγάλο βασιλιά». Βρίσκει σωστό το ρητό του Σωκράτη (Δίωνα Χρυσόστομου, Περί βασιλείας, 3.102) ότι ο τρόπος χρήσης του πλούτου κι όχι ο πλούτος καθεαυτός είναι η αιτία για θαυμασμό. Κρίνει σωστή τη συμβουλή του φιλόσοφου Βίαντα στο γιό του (Διογένης Λαέρτιος, I.5.88). Προτρέπει να θυμόμαστε τη συμβουλή του Πυθαγόρα, ότι καθένας μόνος του πρέπει να διαλέγει τον άριστο βίο (Πλούταρχου, Περί εξορίας, 8 ). Η άποψη ότι ο Βασίλειος δεν προσπαθεί να υπερασπιστεί την αρχαία γνώση, αλλά απλώς να υποδείξει στους νέους με ποιον τρόπο μελετώντας τα αρχαία κείμενα θα έπαιρναν μόνο τα καλά τους προϋποθέτει την άποψη πως όλα όσα είπαν οι Αρχαίοι είναι καλά. Τέτοια άποψη δεν απαντά στους Αρχαίους, είναι εφεύρεση πρόσφατη και δείγμα αμάθειας και επιπολαιότητας. Όχι μόνο γιατί υπήρξαν πολλοί φιλόσοφοι με αντίθετες απόψεις. Αλλά και γιατί απέρριπταν τμήμα των Αρχαίων καθένας. Ο Ιουλιανός απαγόρευε σε Εθνικούς την ανάγνωση των έργων του Επίκουρου, του Πύρωνα (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c), του Αριστοφάνη, του Αρχίλοχου (Επιστολή 89β, 300d), την «άσεμνη μυθολογία» των ποιητών. Προφανώς επειδή πίστευε, όπως κι ο Βασίλειος, ότι δεν είναι όλα όσα έγραψαν οι αρχαίοι Έλληνες καλά. Αλλά, αφού είναι «ανθελληνική» η σύσταση των Χριστιανών για επιλεκτική ανάγνωση των αρχαίων κειμένων, τότε ο Πλούταρχος, ο οποίος έγραψε το Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν, στο οποίο προτείνει επιλεκτική προσέγγιση των αρχαίων ποιητών, πρέπει να θεωρηθεί ανθέλληνας, αφού απορρίπτει τμήμα των «ελληνικών λόγων».

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Επιστολή λβ’, Φιλαγρίω) γράφει: «Επαινώ των στωικών τη μεγαλοφροσύνη και τη γενναιότητα, που διδάσκουν ότι καθόλου τα εξωτερικά πράγματα δεν εμποδίζουν στην ευδαιμονία. (…) Θαυμάζω επίσης και τους ομοίους [όσων υπέμειναν με γενναιότητα τη δυστυχία] τους από τους Εθνικούς λ.χ. τον Ανάξαρχο, τον Επίκτητο, το Σωκράτη, για να μην αναφέρω πολλούς». Επιδοκιμάζει την άποψη κάποιων Τραγικών (Επιστολή πη’, Νεκταρίω) «να μην απολαμβάνεις μόνος την ευτυχία, όπως λένε οι τραγικοί, αλλά να συμμερίζεσαι κατά ένα μέρος και τα δεινά των φίλων σου». Επίσης (Λόγος 28.4) «Πρέπει να θέσουμε ως αρχή το εξής που είπε κάποιος, επιτυχώς κατά τη γνώμη μου, από τους Έλληνες θεολόγους φιλοσοφώντας περί Θεού [Πλάτων, Τίμαιος, 28c]» και (Εις Ήρωνα τον φιλόσοφον, 6): «Από την Κυνική φιλοσοφία περιφρόνησε την αθεΐαν, να επαινέσεις την απλότητα αυτής». Επίσης αποκαλεί εραστές της σωφροσύνης τον Επίκουρο, τον Διογένη Κυνικό και τον Μέγα Αλέξανδρο (λόγος Περί αρετής, PG 37, 736): «Ποιος δεν έχει ακούσει για τον κυνικό από τη Σινώπη; Τι άλλο πρέπει να σας πω παρά ότι ήταν τόσο ολιγαρκής και λιτοδίαιτος;» (στ. 218)· «Ο Επίκουρος αγωνιζόταν η ηδονή να είναι το έπαθλο των δικών μου αγώνων, στην οποία καταλήγουν όλα τα καλά των ανθρώπων» (στ. 787)· «κόσμια και φρόνιμα ζούσε βοηθώντας με τη ζωή του τη διδαχή του» (στ. 791)· «ποιος πάλι δεν επιδοκιμάζει τούτο που έκανε ο Αλέξανδρος;» (στ. 818).

Η εικόνα περί ε ν ό ς Ελληνισμού (ώστε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Χριστιανισμού) είναι λανθασμένη όχι μόνο βάσει των γραπτών των χριστιανών της εποχής εκείνης αλλά και πολλών Εθνικών, που δεν είχαν καμμία διάθεση να θεωρηθούν οι ίδιοι ένα πράγμα μαζί με τους φιλοσοφικούς τους αντιπάλους κι εχθρούς.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 4   +   2   =