“Να καεί ο (Έλληνας) δάσκαλος!” – Ένας Ρουμάνος μαθητής παραπονιέται

Αυτό το αρκετά χιουμοριστικό δημοτικό τραγούδι αποτελεί μια συναρπαστική ανάμνηση μιας εποχής κατά την οποία οι Φαναριώτες, η ελληνική ανώτερη τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που κατοικούσε στη συνοικία του Φαναρίου στην Κωνσταντινούπολη, κατείχαν σημαντικές θέσεις ως ηγεμόνες (βοεβόδες) της Μολδαβίας και της Βλαχίας κατά τον 18ο αιώνα.

Του Ιρανού μουσικού Farya Faraji

Η παρουσία τους ως άρχουσας τάξης στις περιοχές αυτές είχε ως αποτέλεσμα την έντονη ελληνική επιρροή, ενώ πολλοί από τους μορφωμένους κατοίκους ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν ελληνικά. Από αυτή την πραγματικότητα προέκυψε και το συγκεκριμένο τραγούδι, το οποίο διαμαρτύρεται με σατιρικό τρόπο για την ανάγκη εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, παρουσιάζοντάς την ως ακατανόητη και αδύνατο να διδαχθεί «ακαταλαβίστικη» ομιλία.

Η εικόνα που συνοδεύει το τραγούδι είναι ένα πορτρέτο της οικογένειας Μαυροκορδάτου, μιας εξέχουσας φαναριώτικης οικογένειας. Ορισμένα μέλη της, όπως ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος, διετέλεσαν ηγεμόνες στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στις περιοχές που αργότερα εξελίχθηκαν στα σύγχρονα κράτη της Ρουμανίας και της Μολδαβίας.

Το τραγούδι καταγράφηκε από τον μουσικό, ψάλτη και λαογράφο Άντον Παν (Anton Pann) στο βιβλίο Spitalul amorului sau Cântătorul dorului, που εκδόθηκε στο Βουκουρέστι το 1852.

Η παρούσα διασκευή οφείλει πολλά στο έργο του συγκροτήματος Trei Parale και των μουσικών που συμμετείχαν στην ταινία Aferim! του Ράντου Ζούντε (Radu Jude). Αναπαριστά το μουσικό τοπίο της Βλαχίας εκείνης της εποχής, όταν άρχισαν να ενισχύονται οι δυτικές επιρροές στη Ρουμανία, μια εξέλιξη που ο σπουδαίος Barbu Lăutaru καυτηρίασε σε ένα από τα τραγούδια του.

Σε αντίθεση με ορισμένες πιο αρχαϊκές ερμηνείες του τραγουδιού, αυτή η εκδοχή είναι μεταγενέστερη και ταιριάζει περισσότερο στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου το τσίμπαλο (țambal) και το βιολί συνυπάρχουν με το καβάλι, ένα παλαιότερο παραδοσιακό όργανο της περιοχής.

Η διασκευή αυτή προαναγγέλλει την εμφάνιση της Muzică Populară, της σύγχρονης εμπορευματοποιημένης μορφής της παραδοσιακής μουσικής της Ρουμανίας, διατηρώντας παράλληλα αρκετά από τα αρχαϊκά, τροπικά (modal) και μη αρμονικά χαρακτηριστικά της μουσικής παράδοσης της περιοχής πριν από τη δυτικοποίησή της.

Ο μουσικός δεν προσφέρει άμεση μετάφραση των στίχων. Με δυο λόγια, ο μαθητής καταριέται τον δάσκαλο που τον αναγκάζει να μάθει την ακατανόητη ελληνική γλώσσα που μοιάζει με τιτίβισμα πουλιών, και να κλίνει το ρήμα… τύπτω. Βλέπει αντίθετα, την ομορφιά της φύσης γύρω του, τα πουλιά και τα ελάφια, και θα προτιμούσε να πάει για κυνήγι!

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 8   +   1   =