Επί προσωπικού μαρτυρία
Γεννώντας ἀνθρώπους: μαρτυρία μετάγγισης πείνας καί δίψας
«Μά ὅπως μεγαλώνουμε / κι ὄμορφα παλιώνουμε
θά ΄θελα ἡ καρδιά μου νά κριθεῖ
ἀπό τούς δασκάλους μας / μικρούς μας καί μεγάλους μας
κι ὅσους προπαντός ἔχουν γιά πάντα κοιμηθεῖ»
Σωτήρης Μητραλέξης – 25/08/2026 – Substack
Λίγα πράγματα εἶναι χειρότερα ἀπό τό νά ζητοῦν ἀπό κάποιον νά μιλήσει γιά ἕνα ἄλλο πρόσωπο, καί ἐκεῖνος νά ἀρχίσει νά μιλᾶ ἐπί μακρόν γιά τόν ἑαυτό του. Δεδομένου ὅμως πώς μοῦ ζητήθηκε νά δώσω μιά προσωπική μαρτυρία γιά τόν Χρῆστο Γιανναρᾶ, καί πρεσβείαις τοῦ ἐκδότου Θεοδώρου Παντούλα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νά πράξω ἀκριβῶς αὐτό — ζητῶ συγγνώμη.
Φθινόπωρο 2006, καί μόλις εἶχα ἐπιζήσει ἀπό τή διαδικασία τῶν πανελληνίων ἐξετάσεων — φιλολογία, φιλοσοφική σχολή Ἀθηνῶν. Ἐδῶ χρειάζονται κάποιες πληροφορίες γιά τό πλαίσιο: ἤμουν, μέν, γεμάτος μέ ἐνδιαφέροντα κάθε εἴδους, καί πιστεύω πώς εἶχα διαβάσει ποσοτικά περίπου ὅσα θά μποροῦσε νά ἔχει προλάβει νά διαβάσει ἕνας δεκαοκτάχρονος —… ἀλλά καί καταλάβει τά ὅσα λίγα μπορεῖ νά καταλάβει κάποιος σέ αὐτές τίς ἡλικίες…—, σέ ὅλο τό φάσμα, ἀπό λογοτεχνία καί ψυχανάλυση μέχρι κβαντική φυσική. Αὐτό ἔχει σημασία ἐδῶ, διότι ἡ ἐναλλακτική εἶναι μᾶλλον προβλέψιμη καί συνήθης: ἄν κάποιος ἀρχίσει τά διαβάσματα καί τά ψαξίματα στή φοιτητική ζωή, δέν ἀποκλείεται νά «παντρευτεῖ» ἀμέσως ὅ,τι τοῦ πρωτογυαλίσει, ὅπερ ἐν τέλει ἀδιάφορο καί τυχαῖο. (Στή χρονιά μου εἴχαμε ἕναν συμπαθέστατο συμφοιτητή πού στό μυαλό μου τόν εἶχα ὡς «ὁ Νίτσες»: εἶχε διαβάσει Νίτσε στά δεκαοκτώ του καί συμπέρανε ἀμέσως πώς ἐκεῖνος ἀποτελεῖ τή μόνη ἀπάντηση σέ κάθε ἐρώτημα, συμπεριλαμβανομένων τῶν βέλτιστων τρόπων μαγειρικῆς, κάτι πού κράτησε κάποια χρόνια). Συνεπῶς, ἄς κρατήσουμε ὅτι μᾶλλον δέν ἐνέπιπτα σέ αὐτήν τήν κατηγορία, τῆς μονοκαλλιέργειας. Ναί μέν, λοιπόν, ἴσχυαν τά παραπάνω, παράλληλα δέ ἐμφανιζόταν ὡς ἀπολύτως αὐτονόητο καί χωρίς συλληπτή ἐναλλακτική ὅτι ὁ κόσμος ἦταν κοσμικός, secular: τυχαία ἀναδυθείς, ἀποκλειστικά ὑλικός καί ἀ-νόητος, ἐπεξηγούμενος ἀπό ἕναν ἐπιστημονικοφανή ὑλισμό πού ἀντιστοιχοῦσε στή φυσική τοῦ 19ου αἰώνα — δέν μποροῦσα τότε νά διακρίνω ὅτι ἡ μετέπειτα ἐξέλιξη τῆς ἴδιας τῆς φυσικῆς καθιστοῦσε αὐτήν τήν εἰκόνα μιά ἰδεολογική θρησκεία, ἄν καί μέ ἀπαρόμοιαστη ὅσο νά πεῖ κανείς ἀνθεκτικότητα. Στήν… ἀπεριόριστη σοφία τῶν δεκαοκτώ χρονῶν, μοῦ ἦταν προφανές καί αὐτονόητο ὅτι ὅλες οἱ ποικιλίες φιλοσοφικῶν ρευμάτων καί ἀσκήσεων νοήματος τῆς ζωῆς ἀποτελοῦν συναρπαστικές παραλλαγές πάνω σέ αὐτό τό δεδομένο ὑπόστρωμα, ἡ ἐναλλακτική τοῦ ὁποίου δέν θά ἦταν ἁπλῶς ἀδιανόητη, ἀλλά ἠλίθια — τεκμήριο περιορισμένης νοητικῆς ἱκανότητας. Ὁ κόσμος εἶναι ὅπως εἶναι, καί εἶναι ἔτσι, τό ἐρώτημα ἦταν ἀπό κεῖ καί πέρα τί γίνεται. Σημειωτέον ὅτι, τότε, αὐτό δέν (μοῦ) προκαλοῦσε οὔτε φανατισμό οὔτε ἀπόγνωση οὔτε καταπιεζόμενη ἄσβεστη δίψα οὔτε τίποτε, διότι ἡ ἐκκοσμικευμένη ματιά ἔχει κι αὐτή τίς ἄπειρες παραλλαγές της γιά ὅλα τά γοῦστα, ἀπό τή βλοσυρή καί ἀπομαγευμένη μέχρι τήν, μέ διάφορους τρόπους, μαγευμένη (καί τό New Age συχνά στήν ἐπιστήμη ὁρκίζεται, ἀξιώνοντας πώς μιλᾶ «γιά ὅσα ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει κατανοήσει ἀκόμα» κ.ο.κ.). Ἡ ἀντίληψη πού περιγράφω ἦταν λίγο πολύ δεδομένη σέ ὁλόκληρο τόν κοινωνικό κύκλο καί στρῶμα ἀπό τό ὁποῖο προερχόμουν, συμπεριλαμβανομένου τοῦ σχολείου, καί κάθε στοιχεῖο χριστιανισμοῦ μιά χαρά ἐπικαθόταν, «μέ τόν δικό του τρόπο», στά παραπάνω ἄρρητα αὐτονόητα. Ἡ μόνη πτυχή κάποιου «χριστιανισμοῦ» στόν ὀπτικό ὁρίζοντα ἦταν τῆς ὑπέροχης γιαγιᾶς μου (μεγάλη μορφή, ἄλλη συζήτηση αὐτή) πού τήν πρόλαβα μέχρι τά δώδεκά μου χρόνια περίπου, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶχε καμμία λαϊκότητα: ἡ γιαγιά ἦταν κάπως Ζωικιά, ἡ βαθιά της πίστη ἐνδυόταν πρωτίστως μιά συμπεριφορική/ἠθική καί δευτερευόντως ἐγκεφαλική προτεραιότητα, χωρίς ὅμως νά ὑπάρχει ἐκεῖ κάτι τό πνιγηρό. Αὐτός ὁ χριστιανισμός μοῦ ἦταν μᾶλλον συμπαθής —γιατί ὄχι, καλός φαινότανε—, ἀφ’ ἑνός ὅμως παντελῶς μά παντελῶς ἀδιάφορος, καί ἀφ’ ἑτέρου ἀπολύτως συμβατός μέ τή δεδομένη ματιά πού περιγράφηκε παραπάνω.
Εἴμαστε στό γύρισμα τοῦ 2006–2007 λοιπόν, καί ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς, ἀφυπηρετήσας τότε ἀπό τό Πάντειο Πανεπιστήμιο καί ὁμότιμος, ξεκινοῦσε τόν πρῶτο κύκλο δέκα ἑβδομαδιαίων διαλέξεων/μαθημάτων φιλοσοφίας στή Στοά τοῦ Βιβλίου, πού συνεχίστηκαν γιά ἀρκετά χρόνια. Καί δέν πᾶμε; Πιό ἐνδιαφέρον θά εἶναι ἀπό τίς παραδόσεις φιλολογίας στό πανεπιστήμιο.
(Καί πῶς εἶχα πληροφορηθεῖ, τότε, ὅτι θά μποροῦσε νά ἔχει ὁποιοδήποτε ἐνδιαφέρον αὐτή ἡ σειρά διαλέξεων; Μά, ἐπ’ ἀφορμή τῶν ἐπιφυλλίδων, πού εἶχαν πέσει στά χέρια μου καί ἀποτύπωναν μιάν ἐντελῶς πρωτόγνωρη γιά μένα τότε χρήση τῆς γλώσσας. Τοῦ γράφοντος συμπεριλαμβανομένου, τό ‘χουμε ἀρκετοί συνήθειο νά ἐπισημαίνουμε μιά σχετική καί μερική ἀποστασιοποίηση ἀπό τίς ἐπιφυλλίδες, ἐν πάση περιπτώσει νά ὑπογραμμίζουμε τήν ἀληθή διαπίστωση ὅτι τό κατατεθειμένο ἔργο —τά «μεγάλα βιβλία», ἕνα μόνο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι Τό Πρόσωπο καί ὁ Ἔρως— καί ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ εἶναι κάτι τό οὐσιωδῶς διαφορετικό, πολύ εὐρύτερο, καί σαφῶς σημαντικότερο ἀπό τήν ἁπλή συγκομιδή τῶν ἑβδομαδιαίων ἐπιφυλλίδων τῆς ἐφημερίδας, ὁσοδήποτε βιβλιοδετημένη, καί ὁσεσδήποτε ἀρετές κι ἄν αὐτές ἔχουν. Ὁποία εἰρωνεία ὅμως, τελικά κι ἐμεῖς συνήθως ἀπό τίς ἐπιφυλλίδες πρωτομάθαμε ὅτι ὑπάρχει Χρῆστος Γιανναρᾶς — ἄν μή τί ἄλλο, ὅσοι δέν ἤμασταν φοιτητές στό Πάντειο στά κατάλληλα χρόνια.)
Προσωπική σχέση δέν ὑπῆρχε βέβαια ἀκόμα, ἀλλά ἤδη ἀπό τίς πρῶτες διαλέξεις καί μαθήματα, ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ἦταν, γιά πολλούς ἄλλους καί γιά ἐμένα, μιά ἀποκάλυψη. Σέ ὅλα τά ἐπίπεδα: περιεχομένου, βαθύτητας, οὐσίας, ἐμβέλειας, ταλάντου μεταδοτικότητας· χρήσης της γλώσσας ὄχι ὡς ἄσκηση ἐπίδειξης ἀλλά ὡς αἴτημα ἀκρίβειας καί ἄρα ὡς ἄλλης πάστας σκέψης. Σκέψης πρωτότυπης καί ὄχι μετάδοση πληροφορίας, μέ τήν ἔννοια μιᾶς σκέψης πού ἔχει ἀποκρυσταλλώσει τίς προσεγγίσεις της ὡς καρπούς ἑνός οὐδέποτε ἐξαντλούμενου μόχθου — ἀποτελεῖ ἀπάντηση σέ ἕναν πραγματικό, προσωπικό ἀγώνα νοήματος. Αὐτό ἦταν ἴσως τό πιό ἄμεσα προφανές ἀπό τίς πρῶτες ὧρες διδασκαλίας τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ σέ αὐτά τά πρῶτα μαθήματα: οἱ πιό ἀφηρημένες ἔννοιες καί προβλήματα τῆς φιλοσοφίας, τό ὀντολογικό καί ἐπιστημολογικό ἐρώτημα, κατ’ ἐξοχήν δηλαδή τά πεδία πού δύσκολα τά φαντάζεται κάποιος ὡς προσωπικό σαράκι, μά μᾶλλον ὡς ἐνίοτε ἐνδιαφέρουσα θεωρητική ἄσκηση, ἦταν γι’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο καταφανῶς μιά μόνιμη, ζωντανή καί ζωογόνος πάλη γιά νά ἀγγιχτεῖ κατά τό δυνατόν ὅ,τι τό πολυτιμότερο. Ἡ λέξη «πάθος» συνήθως θυμίζει ἄλλα πλαίσια, πιό θεατρινίστικα καί ἐπιτελεστικά, ἴσως ἐνίοτε καί κάπως ψεύτικα, ἀλλά ἐδῶ φανερωνόταν στήν πλέον ἀληθινή της διάσταση: ἐδῶ, καί οἱ πλέον θεωρητικές ἀναζητήσεις ἦταν σκάμμα ἑνός πάθους γιά νά βρεθεῖ ἡ διάκριση μεταξύ τοῦ ἀληθινοῦ καί τοῦ ψεύτικου, τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, ἀναζητώντας ἀκόρεστα τό ἀληθινό, τή ζωή. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Γιανναρᾶς δέν προέταξε τή λέξη πάθος, ἀλλά τήν πείνα καί τή δίψα — εἰκόνα, τελικά, πολύ σαφέστερη.
Ἔ, μετά κολλᾶς, ὅσο νά πεῖ κανείς.
Ἀλλά ἦταν ἀποκάλυψη ἤδη οἱ πρῶτες διαλέξεις καί σέ ἐπίπεδα πού δέν θά ὑποπτευόμασταν: ἡ ἴδια ἡ παρουσία του ἦταν ἀποκαλυπτική. Ἀκόμα καί σέ μιά φαινομενικά τυπική διάλεξη φιλοσοφίας πρός ἕνα εὐμέγεθες κοινό, ἡ παρουσία τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ἀνέβλυζε μιάν ἀγαπητικότητα, μιάν ἄλλη πάστα ἀνθρώπου, ὄχι μόνο σκέψης. Αὐτή ἡ δυσπροσδιόριστη ἀγαπητικότητα ἦταν τό πρῶτο, ἕπονται τά πιό εὔκολα προσδιορίσιμα, ὅπως ἡ φυσική εὐγένεια, τό ζωντανό βλέμμα πού ὄντως ἐνδιαφέρεται γιά τά γεγονότα καί δέν τά διεκπεραιώνει, ἡ αἴσθηση πώς ἐκείνη τή στιγμή ἀσκεῖ τή διδασκαλία σάν νά εἶναι, ἐκείνη τή στιγμή, τό πιό σημαντικό πρᾶγμα στόν κόσμο. (Περιττόν εἰπεῖν, στήν πανεπιστημιακή μου σχολή δέν εἶχα βρεῖ τέτοιο εἴδους δασκάλου.) Νά τό ποῦμε μέ ἕναν ἄλλο τρόπο, αὐτός ὁ ἄνθρωπος σοῦ ἔδινε τήν πολύ πραγματική αἴσθηση πώς εἶναι ἐντελῶς ζωντανός μέ μιά πολύ πρωταρχική ἔννοια, ὁπότε μετά σκεφτόσουν: πολύ πιό ζωντανός ἀπό ‘σένα, κάτι πού εὔλογα σέ ὁδηγοῦσε στή σκέψη ὅτι κάποια στιγμή καλό θά ἦταν νά μάθεις νά ζεῖς κι ἐσύ, νά γίνεις κι ἐσύ ζωντανός.
Ἔ, δέν θά πεῖς μετά «αὐτός κάτι ἔχει βρεῖ, καί αὐτό πού ἔχει βρεῖ μέ ἐνδιαφέρει κι ἐμένα»;







