1940: H δημοκρατική Ιταλία θα ήταν πιο… ειρηνική;

« (…) το μεγάλο έθνος όφειλε να ενεργεί στο όνομα της Ιστορίας, να ντύνει εθνικές επιδιώξεις με δογματικές αποφάνσεις. Ό,τι εμφανιζόταν ως πράξη υπαγορευομένη από τη θεωρία προέκυπτε στην ουσία από αναγκαιότητες της εσωτερικής ή της εξωτερικής πολιτικής».
Παναγιώτης Κονδύλης, “Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο”, (εκδ. Θεμέλιο, 2011).

«Τά ἔθνη δὲν ἔχουν σταθερούς φίλους ἤ ἐχθρούς. Ἔχουν μόνο σταθερά συμφέροντα».
Λόρδος Πάλμερστον, Βρετανός πρωθυπουργός (1859-1865). [1]

γράφει ο Χρίστος Δαγρές,

Ο εορτασμός του περήφανου “ΌΧΙ” που σήμανε την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου το 1940 σήμανε και φέτος -όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, αλλά αισθητά πιο υποτονική σε ένταση πλέον- την ανακίνηση διαφόρων δήθεν αποδομητικών συνθημάτων («ο Μεταξάς δεν είπε “όχι” αλλά “λοιπόν έχουμε πόλεμο”», είμαστε η μόνη χώρα που γιορτάζει την έναρξη και όχι τη λήξη του πολέμου και άλλα συναφή). Μεταξύ αυτών, θέση έχει εξασφαλίσει και το ιδεολόγημα ότι οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν το “ναζισμό και το φασισμό” και όχι τους εχθρούς που επιβουλεύτηκαν την ανεξαρτησία της χώρας, ιδεολόγημα που συνοδεύεται από το αφελές συμπέρασμα-υπόθεση ότι εάν το πολίτευμα της Ιταλίας ήταν δημοκρατικό (εννοώντας ως “Δημοκρατία” τον Κοινοβουλευτισμό, προφανώς) η κυβέρνηση της δεν θα αποτολμούσε το θρασύτατο τελεσίγραφο εναντίον της Ελλάδος.

Ο μύθος αυτός μπορεί να εξυπηρετεί κάποιες ανάγκες απλοϊκής συνθηματολογίας αλλά δεν αντέχει σε κριτική. Το απόσπασμα της εισαγωγής από το βιβλίο του Π. Κονδύλη αναφέρεται στην πολιτική (εσωτερική αλλά και εσωτερική) της ΕΣΣΔ, αλλά οι γενικές διαπιστώσεις του ισχύουν -τηρουμένων των αναλογιών- για κάθε κράτος που φιλοδοξεί να έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική (εντός του πλαισίου διεθνών σχέσεων όπως διαμορφώνεται τη δεδομένη στιγμή). Η χάραξη εξωτερικής πολιτικής γίνεται με γνώμονα τα συμφέροντα του κάθε κράτους και τους στόχους που επιδιώκει, ανεξαρτήτως κυρίαρχων ιδεολογιών, πολιτεύματος και θεωριών. Ειδικότερα δε για την Ιταλία, το πρόσφατο παρελθόν της και οι διακηρυγμένοι στόχοι της (που υιοθετούνταν από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα, σε άλλοτε άλλο βαθμό) δηλώνουν ότι η πιθανότερη εξέλιξη των ελληνο-ιταλικών σχέσεων θα ήταν παρόμοια (ίσως με λιγότερο προκλητικό τρόπο και ιταμό ύφος ή λιγότερο γελοία κατασκευασμένες αφορμές): εάν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και τις συμμαχίες της, ακόμη και η δημοκρατική Ιταλία δεν θα δίσταζε να επιτεθεί στην Ελλάδα εάν αρνούνταν να μετατραπεί “ειρηνικώς” σε προτεκτοράτο της.

Η Ιταλία των αποικιών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης και του πολέμου

Ο 18ος και ο 19ος αιώνας σημάδεψε την ευρωπαϊκή ιστορία με την κορύφωση του αγώνα των “μεγάλων” δυνάμεων της ηπείρου για επέκταση και εδραίωση στις υπεράκτιες αποικίες τους. Στον αγώνα αυτό μπήκε με μεγάλη καθυστέρηση η Ιταλία, καθώς η εθνική της ολοκλήρωση καθυστέρησε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Απ’το σημείο αυτό κι έπειτα όμως, επιδίωξε αρχικά να επεκταθεί στα όποια κενά είχαν αφήσει οι ανταγωνιστές της, αφετέρου δε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία του “Μεγάλου Ασθενή”, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, για να αποσπάσει εδάφη και ζώνες επιρροής. Παράλληλα, κατά το 1ο μισό του 20ου αιώνα διεκδίκησε -και απέσπασε, ορισμένα μέχρι και σήμερα- εδάφη που ανήκαν στην Αυστρο-ουγγρική Αυτοκρατορία, στρατηγική που κορυφώθηκε κατά το Β’ Παγκ. Πόλεμο (Β’ΠΠ). Η στρατηγική αυτή, μεταξύ άλλων, απαντούσε στις πιεστικές ανάγκες του υπερπληθυσμού, ειδικά στον ιταλικό νότο, και την επιδίωξη των ιταλών ηγετών να διακόψουν τη μετανάστευση προς την Αμερική και να την οδηγήσουν σε εδάφη που θα αποτελούσαν αποικίες ή κτήσεις της Ιταλίας. Τη στρατηγική αυτή ακολούθησαν τόσο οι δημοκρατικά εκλεγμένοι πρωθυπουργοί (ακόμη και οι πιο διστακτικοί αυτών), όσο και το φασιστικό κόμμα του Μουσολίνι αργότερα, αδιαφορώντας για ηθικές δεσμεύσεις και συνέπεια πράξεων. Το τελευταίο το διαπίστωσε πικρά το 1915 ο Σέρβος πρωθυπουργός Μ. Πάσιτς, ο οποίος προσπαθώντας να διασκεδάσει τους φόβους των Σέρβων βουλευτών για την ιταλική επεκτατικότητα στα Βαλκάνια, διατράνωσε την πίστη του ότι η Ιταλία δεν θα πρόδιδε την αρχή των εθνοτήτων, την οποία είχε επικαλεστεί κατά την ενοποίηση της χώρας [2].

Στρατιωτικές & αστυνομικές στολές από τις ιταλ. αποικίες [Πηγή: warhistory.org]

Ερυθρά θάλασσα: οι πρώτες αποικίες

H πρώτη μετριοπαθής απόπειρα να πατήσει το πόδι της στη Β. Αφρική, στην Τυνησία με τη σημαντική ιταλική παροικία, απέτυχε, καθώς το 1881 η Γαλλία έστειλε στρατεύματα για να την καταλάβει, κλείνοντας την πόρτα σε κάθε πρόταση συνεργασίας από την ιταλική πλευρά. Νωρίτερα, το 1869, μία ιταλική εταιρεία είχε αγοράσει το λιμάνι του Άσσαμπ (Assab) στην Ερυθρέα, το οποίο πέρασε στην κατοχή της Ιταλίας το 1882, αποτελώντας επίσημα την πρώτη αποικία της. Το 1885 προσάρτησε μετά από συμφωνία με τη Μ. Βρετανία, το σημαντικότερο λιμάνι της Μασάουα (Massawa), το οποίο κατόπιν θα γίνει πρωτεύουσα της Ιταλικής Ερυθρέας, μετά την στρατιωτική κατάληψη τμήματος της ενδοχώρας της Ερυθρέας το 1889.

Ωστόσο, ο πραγματικός στόχος των Ιταλών της προέλασης αυτής ήταν το ανεξάρτητο βασίλειο της Αιθιοπίας. Σύμφωνα με τους Ιταλούς η συμφωνία του 1889 με το βασιλιά Μενελίκ Β’ μετέτρεψε τη χώρα σε ιταλικό προτεκτοράτο, ισχυρισμό που απέρριπταν οι Αιθίοπες, με αποτέλεσμα τον 1ο Ιταλο-αιθιοπικό πόλεμο (1895-96), ο οποίος έληξε με τη συντριβή των Ιταλών στη μάχη της Άντουα (Adwa ή Adowa). Πρωθυπουργός τότε ήταν ο Δημοκρατικός Fr. Crispi, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της αποικιοκρατικής πολιτικής, ο οποίος εξάλλου είχε θέσει τα θεμέλια της κατά την πρώτη του θητεία (1887-91). Η αποτυχία της Άντουα αλλά κυρίως η δήλωση του ότι θα συνεχίσει τον πόλεμο με περισσότερα στρατεύματα προκάλεσε γενικευμένες ταραχές και, τελικά, την παραίτηση του που σήμανε ουσιαστικά το τέλος της καριέρας του ως πολιτικός πρώτης γραμμής. Η κατάληψη της Αιθιοπίας τελικά θα επιτευχθεί με τον 2ο Ιταλο-αιθιοπικό πόλεμο (1935-36) από τη φασιστική κυβέρνηση Μουσολίνι και θα τερματιστεί το 1943 με την κατάρρευση της Ιταλίας στο Β’ Π.Π.

Παράλληλα, από το 1889 κι έπειτα, ξεκινάει η απόπειρα δημιουργίας ιταλικών αποικιών στο νότιο μέρος του Κέρατος της Αφρικής, η οποία, παρά τις αλλεπάλληλες εξεγέρσεις και την αντίσταση των φυλών της περιοχής, θα ολοκληρωθεί με τη δημιουργία της Ιταλικής Σομαλιλάνδης. Οι δύο αυτές αποικίες μαζί με την Αιθιοπία το 1936 θα ενοποιηθούν σε μία ενιαία διοικητική οντότητα: την Ιταλική Ανατολική Αφρική.

Λιβύη και Δωδεκάνησα

Η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του G. Giolitti των Φιλελευθέρων είναι αυτή που θα μεταφέρει το επίκεντρο της αποικιοκρατικής ιταλικής στρατηγικής από την Ερυθρά θάλασσα στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Giolitti, παρά τις αρχικές ενστάσεις του είναι αλήθεια, τελικά θα αποφασίσει την έναρξη του τελευταίου σύμφωνα με πολλούς ευρωπαϊκού αποικιοκρατικού πολέμου: τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο στη Λιβύη (1911-12). Η δημοκρατική εκλογής της κυβέρνησης Giolitti δεν την εμπόδισε ούτε στο να κατασκευάσει κάποιους σαθρούς και αστείους λόγους για να δικαιολογήσει προσχηματικά την επέμβαση, ούτε να διατάξει μαζικές σφαγές αμάχων (π.χ. η σφαγή του ​​Shar-al-Shatt), ούτε να ξεκινήσει μαζικούς εκτοπισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία. Η πρακτική των εκτοπισμών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης διατηρήθηκε και από τις 7 κυβερνήσεις που ακολούθησαν τον Giolitti μέχρι την κατάληψη της εξουσίας από τον Μπ. Μουσολίνι και το φασιστικό κόμμα (μεταξύ αυτών και η βραχύβια κυβέρνηση Bonomi του Μεταρρυθμιστικού Σοσιαλιστικού κόμματος) [3].

Μεταξύ της 28ης Απριλίου και της 20ης Μαΐου ο ιταλικός στόλος υπό τον στρατηγό G. Ameglio καταλαμβάνει το ένα μετά το άλλο τα Δωδεκάνησα, υποτίθεται για να ασκηθεί παράπλευρη πίεση στον σουλτάνο με στόχο τη συνθηκολόγηση στη Λιβύη. Ο Ameglio αν και τεχνηέντως άφηνε ελπίδες ότι η κατοχή είναι προσωρινή και ότι τελικά τα νησιά θα δοθούν στην Ελλάδα, στην πραγματικότητα προετοίμαζε το έδαφος για την Ιταλοκρατία. Οι Δωδεκανήσιοι με μεγάλη μυστικότητα -και την ενεργό σύμπραξη του Ίωνα Δραγούμη– διοργανώνουν αμέσως το Γ’ Συνέδριο Πληρεξουσίων στη μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο (3-6 Ιουνίου 1912) και κηρύσσουν την Αυτονομία των νήσων ως “Πολιτεία του Αιγαίου”. Το ψήφισμα στάλθηκε στις Ιταλικές αρχές και τις άλλες μεγάλες δυνάμεις αλλά ο Ameglio, όταν του ενεχειρίστηκε, το επιστρέφει ως “μη αποδεκτό”. Η επέμβαση και κατοχή αποφασίστηκε και αυτή από το δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό G. Giolitti των Φιλελευθέρων.

Τον Μάϊο του 1915 ο μαρκήσιος Imperiali, ως απεσταλμένος της ιταλικής κυβέρνησης, συναντήθηκε μυστικά στο Λονδίνο με τους εκπροσώπους της Αντάντ [4], για να διαπραγματευτεί την είσοδο της χώρας του στον πόλεμο με την πλευρά τους. Πρωθυπουργός της Ιταλίας ήταν τότε ο Ant. Salandra των Φιλελευθέρων. Οι συνομιλίες ολοκληρώθηκαν με τη διαβόητη “μυστική” Συμφωνία του Λονδίνου με την οποία οι Σύμμαχοι αποδέχτηκαν τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις της Ιταλίας στο Τρεντίνο, την Τεργέστη, την Ίστρια και τη Δαλματία (συμπεριλαμβανομένων πολλών νησιών μαζί με μία ευρύτερη “ουδέτερη” ζώνη γύρω τους), αναγνώρισαν εδαφικά δικαιώματα της Ιταλίας σε Λιβύη, Ερυθρέα και Σομαλιλάνδη, παραχώρησαν ζώνη ιταλικών “συμφερόντων” στην Ανατολία (Αττάλεια) και, τέλος, αποδέχτηκαν το δικαίωμα της να προσαρτήσει επίσημα τα μέχρι τότε κατεχόμενα Δωδεκάνησα [5]. Η δημοκρατικά εκλεγμένη ιταλική κυβέρνηση δεν είχε κανένα ενδοιασμό να απαιτήσει και να λάβει εδάφη με ελάχιστο έως μηδενικό ιταλικό πληθυσμό, όπως τα συντριπτικά ελληνικά Δωδεκάνησα [6].

Να σημειωθεί επίσης ότι με τις παντελώς αντιδημοκρατικές αυτές απαιτήσεις, δεν είχαν κανένα ηθικό ενδοιασμό για να συμφωνήσουν η Μεγ. Βρετανία, το “λίκνο του κοινοβουλευτισμού”, και η “δημοκρατική” Γαλλία. Οι όποιες αντιδράσεις τους περιστρέφονταν γύρω από τα οικονομικά τους συμφέροντα που αισθάνονταν ότι απειλούνταν -ειδικά της Γαλλίας- από τη δυναμική είσοδο της Ιταλίας στην Ανατολία. Ωστόσο, οι αντιδράσεις παρακάμφθηκαν κάτω από τις πιεστικές ανάγκες του Α’ Παγκ. Πολέμου καθώς το πολεμικό διακύβευμα αφορούσε πλέον τη μητροπολιτική Γαλλία, οπότε κάθε παραχώρηση στην περιφέρεια (όσο ανήθικη ή αντιδημοκρατική κι αν ήταν) θεωρούνταν επουσιώδης. Δυστυχώς, η αναπόφευκτη διάψευση των μαξιμαλιστικών ιταλικών προσδοκιών φαίνεται ότι έστρωσε το έδαφος για την εδραίωση του καθεστώτος Μουσολίνι αλλά η ανάπτυξη αυτής της περιόδου και το ρόλο που έπαιξε η “μυστική” Συμφωνία του Λονδίνου, ξεφεύγουν από το στόχο αυτού του άρθρου.

Επίλογος

Τα κράτη έχουν συμφέροντα, έχουν στρατηγικές και υπόκεινται σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς, δημογραφικούς και άλλους περιορισμούς, από τους οποίους δεν μπορούν να διαφύγουν. Οι επιλογές που έχουν είναι συγκεκριμένες -μεταξύ των οποίων και ο πόλεμος, ενίοτε- και σε αυτές καταφεύγουν ανεξαρτήτως της μορφής του πολιτεύματος. Οι “αρχές και οι αξίες”, οι “φιλίες”, τα “ιδεολογικά προαπαιτούμενα” είναι απλώς τα δογματικά ενδύματα με τα οποία εκ των υστέρων προσπαθούν να ντύσουν πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύονται από τις ρεαλιστικές ανάγκες. Ενίοτε δε κάποιες επιλογές από ανάγκη μπορεί να είναι ουσιωδώς ασύμβατες (και κατά συνέπεια αδύνατον να μασκαρευτούν ιδεολογικά) αλλά παρ’όλα αυτά να υποστηριχτούν μέχρι τέλους [7].

Θεωρητικά, ο αντίλογος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τα δημοκρατικά πολιτεύματα καταφεύγουν λιγότερο συχνά ή με ηπιότερη ένταση σε πολεμικές επιλογές. Είναι μία εύλογη υπόθεση και ενστικτωδώς θα μπορούσε κάποιος να τη δεχτεί ως βάσιμη αλλά είναι όμως αναπόδεικτη. Για να αποδειχτεί -πέρα από τις όποιες ιδεολογικές σκοπιμότητες και στρεβλώσεις- χρειάζεται προσεκτική μεθοδολογία και ενδελεχή και αντικειμενική διερεύνηση του ιστορικού υλικού και πάλι είναι πιθανό να οδηγήσει σε μη καταληκτικά αποτελέσματα. Όπως και να έχει, κάτι τέτοιο ξεφεύγει κατά πολύ από τα πλαίσια αυτού του άρθρου, θα ήταν όμως ευχής έργον εάν κάποιος το αποτολμούσε.

Όπως φάνηκε παραπάνω η “βεβαιότητα” κάποιων ότι εάν η Ιταλία είχε δημοκρατικό καθεστώς το 1940 δεν θα απειλούσε την εθνική μας ακεραιότητα δεν τεκμηριώνεται από το παρελθόν της γειτονικής χώρας (και αυτό χωρίς αναφορά στην ανοιχτά ανθελληνική δράση της στη Μικρά Ασία μέχρι το 1922, η οποία έπαιξε μικρότερο από άλλες χώρες αλλά σημαντικό ρόλο το καταστροφικό αποτέλεσμα για τις μειονότητες στο νεοσχηματιζόμενο τουρκικό κράτος). Οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις της Ιταλίας (μεταξύ των οποίων και όλες οι “δημοκρατικές”, “προοδευτικές” και “αριστερές/ριζοσπαστικές” κυβερνήσεις) είχαν μακρά προϊστορία στο σχεδιασμό και εκτέλεση της αποικιοκρατικής της πολιτικής, η οποία περιλάμβανε εισβολές και στρατιωτικές επεμβάσεις σε ανεξάρτητες χώρες. Ειδικότερα δε για τη χώρα μας, η στάση της Ιταλίας στα Δωδεκάνησα -με τον εθνολογικά συντριπτικά ελληνικό πληθυσμό- αλλά και γενικότερα σε άλλες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου ή το νότιο Τιρόλο, αποδεικνύουν ότι δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικές δυνάμεις ή να εμπλακούν σε ύποπτα διπλωματικά αλισβερίσια, παρά τη δημοκρατικότητα του πολιτεύματος. Επομένως δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος να μας κάνει να πιστεύουμε ότι εάν η Ιταλία είχε “Δημοκρατία” το 1940 δεν θα είχε οδηγηθεί σε παραπλήσιες επιλογές εάν της δίνονταν η ευκαιρία!

Σημειώσεις

[1] Το 1ο απόσπασμα προέρχεται από το κείμενο του Παν. Κονδύλη όπως αναπαρήχθη στο ιστολόγιο του Αλ. Τζιρκώτη την 3η Ιουνίου 2016. Το 2ο απόσπασμα προέρχεται από το άρθρο του Αντγου ε.α. Ιωάννη Κρασσά “Ο Ιταλοτουρκικός πόλεμος του 1911-12 και η κατάληψη των Δωδεκανήσων”, όπως αναπαρήχθη στο Cognosco Team (Αύγ. 2025).

[2] Δείτε περισσότερα στα άρθρα του Cognosco “Ο ιταλο-τουρκικός πόλεμος (1911-12)” και “Τα Δωδεκάνησα, η μυστική Συνθήκη του Λονδίνου (1915) και η Ιταλική αυτοκρατορία”.

[3] Η χρησιμοποίηση των στρατ. συγκέντρωσης από τους Ιταλούς κορυφώθηκε κατά το Β’ΠΠ όπου καταγράφονται τουλάχιστον 15 κύρια στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία ή σε ιταλοκρατούμενες περιοχές σε Κροατία και Μαυροβούνιο, αλλά και πολλά μικρότερα που λειτουργούσαν ως προσωρινά διαμετακομιστικά κέντρα κράτησης των “εχθρών του καθεστώτος” (κυρίως Σλάβων από την περιοχή της Τεργέστης, την Ίστρια και τις Δαλματικές ακτές). Περισσότερα στο “Η νήσος Ραμπ και άλλα Ιταλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο” του Cognosco (Μάιος 2024).

[4] Οι 3 μεγάλες δυνάμεις της “Εγκάρδιας Συνεννόησης” (Entente Cordiale, ή Αντάντ στα ελληνικά) εκπροσωπήθηκαν από το Βρετανό υπ. εξωτερικών σερ Edward Gray, το Γάλλο πρέσβυ Paul Cambon και τον Ρώσσο πρέσβυ κόμητα Benclcendorff.

[5] Σύμφωνα με το άρθρο 8 της Συμφωνίας: “H Ιταλία θα λάβει και τα δώδεκα νησιά (Δωδεκάνησα), τα οποία τώρα κατέχει, σε πλήρη προσάρτηση.”

[6] Γι’ αυτό και δεν προχώρησε ποτέ σε δημοψήφισμα για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα όπως προέβλεπε η συμφωνία Τιτόνι-Βενιζέλου, όταν πλέον η Ελλάδα είχε αποδυναμωθεί πλήρως, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή

[7] Τρανταχτό παράδειγμα ήταν η συνεργασία σοβιετικών και κεμαλιστών το 1920 κι έπειτα, μέσω ενός “περίεργου τριγώνου” που σχηματίστηκε από τούρκους εθνικιστές, τους Γερμανούς συμμάχους τους και τους Μπολσεβίκους, με θέμα τη σύμπηξη μιας γερμανο-τουρκο- σοβιετικής συμμαχίας. Η συμμαχία αυτή ευδοκίμησε για λίγα χρόνια παρά την εξόντωση του Μουσταφά Σουμπχί και ολόκληρης της ηγεσίας των τούρκων κομμουνιστών στις αρχές του 1921 από τον Κεμάλ, γεγονός που υπό κανονικές συνθήκες, ιδεολογικά θα έπρεπε να προκαλέσει πλήρη ρήξη στις σχέσεις τους. “Η γεωπολιτική και όχι η ιδεολογία ήταν αυτή που καθόριζε τις εξελίξεις. Η αντίληψη αυτή ωθούσε τους Μπολσεβίκους στο να υποβαθμίζουν και να ανέχονται τις σφαγές των χριστιανικών κοινοτήτων στις οποίες επιδίδονταν οι Κεμαλικοί.” Τέτοιες οδηγίες είχαν δοθεί στον Σοβιετικό πρεσβευτή στην Άγκυρα Συμεών Αράλοφ από τον ίδιο τον Λένιν, όπως καταγράφει ο Βλάσης Αγτζίδης: “Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων … Έχοντας υπόψη μου την συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου …” (στο “Από τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (1918) στο σύμφωνο συνεργασίας με τους Κεμαλικούς”). Πηγή: Νίκος Γιαννόπουλος “Η συμμαχία Κεμαλικών-Μπολσεβίκων: Μια σχέση αμοιβαίου συμφέροντος” στο “Το Μικρασιατικό ζήτημα με τα μάτια των ξένων”, εκδ. Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών (2023), σελ. 153-168. Στο ίδιο βιβλίο, αποκαλυπτικά είναι και τα αποσπάσματα από τις αναμνήσεις του Μπολσεβίκου ηγέτη Μιχαήλ Φρούντζε (σελ. 373-395) από την επίσημη αποστολή του στην Τουρκία το Δεκέμβριο του 1921.

, ,

2 thoughts on “1940: H δημοκρατική Ιταλία θα ήταν πιο… ειρηνική;

  1. Κανείς δημοκράτης δεν θα αποδεχθεί τα εξαγωμενα συμπεράσματα. Για την επεκτατικότητα της Ρωσίας φταίει το αυταρχικό καθεστώς του Πούτιν, στην Τουρκία φταίει το κεμαλικό/ισλαμικό μη δημοκρατικό αθεστώς. Για αρκετούς η σωτηρία βρίσκεται στην εξάπλωση των δημοκρατικών καθεστώτων. Όμως αν αυτό ισχύσει, συμβαίνει από καθαρή σύμπτωση.

    1. Ασφαλώς, αφού τού προσβάλλουν την ιδεολογία. Σημασία έχει αν είναι σωστά και είναι, κατά την γνώμη μου. Το ΗΒ και η Γαλλία ήσαν και είναι κράτη δημοκρατικά, ή κάνω λάθος;

      Μετά την Μεταπολίτευση, επεκράτησε η αριστερής εμπνεύσεως παραποίηση τής Ιστορίας δια τής πολιτικοποιήσεως. Έτσι ακούμε/διαβάζομε ότι το 1940 οι Έλληνες νίκησαν τον φασισμό στην Πίνδο και ότι το 1941 η Κρήτη αντιστάθηκε στους ναζί. Δηλαδή, δεν πολεμήσαμε κατακτητές-κράτη, αλλά τα πολιτεύματά των.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *