Γεωπολιτική της Ευρασίας: θεωρία McKinder και ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Ρωσίας

Ο Halford John Mackinder ανέπτυξε τη σκέψη του κατά τη διάρκεια της Βικτωριανής Eποχής, τη στιγμή της μεγαλύτερης λάμψης της Μεγάλης Βρετανίας. Δίδαξε γεωγραφία στην Οξφόρδη από το 1887 και από το 1903 διεύθυνε τη London School of Economics and Political Science. Στις 25  Ιανουαρίου 1904, ο Mackinder έδωσε μία διάλεξη, στη Royal Geographic Society, υπό τον τίτλο The Geographical Pivot of History (Ο γεωγραφικός άξονας της ιστορίας), στην οποία υποστήριξε ότι υπαρχει μία ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των γεωγραφικών χαρακτηριστικών και των πολιτικών γεγονότων. Αυτό δείχνει το ενδιαφέρον του να βρει εκείνες τις τροχιές της ιστορίας που αναπτύσσονται ξεκινώντας από τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των χωρών. Στη συνέχεια, δημοσίευσε το βιβλίο Democratic Ideals and Reality (1919). Τέλος, έγραψε το άρθρο The Round World and the Winning of the Peace, στο περιοδικό Foreign Affairs τον Ιούλιο του 1943. Αυτά αποτελούν τα τρία κυριότερα γραπτά του Mackinder, που αν και αντιπροσωπεύουν την εξέλιξη της σκέψης του, ωστόσο διατηρούν όλα μία εννοιολογική και μεθοδολογική συνέπεια.

Ο Mackinder προσπάθησε να αντλήσει συσχετισμούς μεταξύ των γεωγραφικών γενικεύσεων και των ιστορικών συμβάντων και εντόπισε στην αντιπαράθεση ξηράς-θάλασσας αυτό το βασικό γεωγραφικό χαρακτηριστικό που είναι ικανό να επηρεάσει τις ιστορικές δυναμικές. Η ιστορία μαρτυρά μία συνεχή ένταση μεταξύ των θαλάσσιων δυνάμεων και των χερσαίων δυνάμεων, δηλαδή μεταξύ του τερατώδους κυρίαρχου της ξηράς Βεεμώθ και του ισχυρού κυρίου της θάλασσας Λεβιάθαν, σύμφωνα με τη Βιβλική μεταφορά που πρότεινε ο Carl Schmitt. Η αντιπαράθεση ξηράς-θάλασσας λοιπόν, αντιπροσώπευε για το Mackinder ένα σταθερό στοιχείο που επηρέαζε το ιστορικό γίγνεσθαι, το οποίο όμως εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από άλλα μεταβλητά στοιχεία, όπως: η τεχνική της κίνησης σε ξηρά και σε θάλασσα, ο πληθυσμός και οι πόροι, που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στους ανταγωνισμούς των εθνών και η επέκταση του διπλωματικού πεδίου.

 

Ο Mackinder εντόπιζε μία δυναμική που έβλεπε τους ηπειρωτικούς λαούς (δηλ. τις χερσαίες δυνάμεις), που κινούνται σε εσωτερικές γραμμές, να προχωρούν από το κέντρο προς την περιφέρεια. Αντίστοιχα, οι λαοί της θάλασσας κινούνται σε εξωτερικές γραμμές και κατακτούν παράκτια σημεία στήριξης ενώ εν συνεχεία κινούνται προς το εσωτερικό, όπως είχε κάνει η Μ.Βρετανία στην Ινδία και στην Αφρική. Η αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων της θάλασσας που σκοπεύουν να ελέγξουν τις προσβάσεις στην Παγκόσμια Νήσο (Ευρασία) και των ηπειρωτικών δυνάμεων, που αντίθετα στοχεύουν να επεκτείνουν τον έλεγχο πάνω σε αυτή (πχ. η Ισπανία των Αψβούργων, η Ναπολεόντεια Γαλλία, η Γερμανία του Γουλιέλμου), αντιπροσωπεύει επομένως μία από τις γεωπολιτικές  μονιμότητες.

Από την εξέταση αυτής της δυναμικής ο Mackinder άντλησε την έννοια της  Heartland (καρδιά της γης) ή ‘Περιοχή του Άξονα’, μια περιοχή μεταξύ της ανατολικής Ευρώπης και της Σιβηρίας, δηλαδή το βόρειο και εσωτερικό μέρος της Ευρασίας. Στο σχήμα του Mackinder, η Heartland αποτελεί την καρδιά της ‘Παγκόσμιας Νήσου’, νοούμενη ως η μεγάλη ευρασιατική μάζα. Τα όρια αυτής της ‘Περιοχής του Άξονα’ μεταβάλλονται ανάλογα με την ιστορική στιγμή. Υποστήριζε ότι η δύναμη που θα αποκτούσε τον έλεγχο αυτής της περιοχής θα αποκτούσε ηγεμονική θέση: «όποιος ελέγχει τη Heartland , ελέγχει τη Νήσο του Κόσμου, όποιος ελέγχει τη Νήσο του Κόσμου, είναι κυρίαρχος του κόσμου».

Στα ανατολικά, νότια και δυτικά της Heartland βρίσκονται οι περιφερικές περιοχές της Παγκόσμιας Νήσου, που αποτελούν την Ακτογραμμή, ένα είδος ζώνης προσβάσιμης από τη θάλασσα που περιβάλλει τη Heartland, επιπρόσθετα υπάρχουν τα εδάφη των μουσώνων (Κίνα και Ινδία), των πέντε θαλασσών (Μέση Aνατολή) και η περιοχή της ‘δύσης’ (Ευρώπη). Αυτή η περιφερική ζώνη εδαφών αποτελεί την λεγόμενη Εσωτερική Ημισέληνο, ξεχωριστή από την Εξωτερική Ημισέληνο, δηλαδή την Εξωτερική Ζώνη, που περιλαμβάνει την Αμερική, την Υποσαχάρια Αφρική, την Αυστραλία, την Αγγλία και την Ιαπωνία.

Για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, η Μ. Βρετανία επωφελούμενη από τη μεγάλη θαλάσσια κινητικότητα της εγκαθιστά μία ευρεία ζώνη ναυτικών βάσεων σε άλλες ηπείρους. Η βρετανική δύναμη ήταν λοιπόν βασισμένη πάνω στην ικανότητα προβολής του ναυτικού της. Γι’ αυτό το λόγο, ο Mackinder ακολούθησε με προσοχή τα γεγονότα στη Νότιο Αφρική σχετικά με τον πόλεμο των Μπόερς (1899-1902), στον οποίο η Μ. Βρετανία παρενέβη με σκοπό να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Νοτίου Αφρικής. Αυτός ο έλεγχος ήταν σημαντικός όχι μόνον για τα φυσικά πλούτη της περιοχής αλλά προπάντων γιατί επέτρεπε τον έλεγχο του περάσματος μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού.

Στη βρετανική θαλάσσια δύναμη αντιτασσόταν η χερσαία δύναμη της Τσαρικής Ρωσίας. Την εποχή εκείνη, η βιομηχανοποίηση, η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και των χερσαίων επικοινωνιών είχε μειώσει το θαλάσσιο εμπόριο. Ειδικά η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων αποτελούσε μια σημαντικότατη αλλαγή καθώς αυτοί επέτρεπαν να πραγματοποιούνται γρήγοροι ελιγμοί για τις εσωτερικές γραμμές και να μετακινούνται από το κέντρο της Ευρασίας στις περιφέρειες της οι αναγκαίες δυνάμεις για να εξαλειφθούν τα αμφίβια προγεφυρώματα πριν να μπορούν να διεισδύσουν σε βάθος.

 

Ο Mackinder παρατήρησε την επέκταση της Τσαρικής Ρωσίας, που είχε φθάσει στον ειρηνικό ωκεανό προσαρτώντας τη Σιβηρία και δημιουργώντας μία τεράστια αυτοκρατορία που χαρακτηριζόταν από την εδαφική της συνέχεια, το αντίθετο εκείνης της βρετανικής που κρατιόταν ενωμένη από τον έλεγχο των θαλασσών. Εκτός από το να επεκταθεί προς την ανατολή προς τον ειρηνικό, η ρωσική αυτοκρατορία πίεζε προς το νότο, κατευθυνόμενη προς την Περσία και το Αφγανιστάν. Ο φόβος ήταν ότι οι Ρώσοι θα μπορούσαν να φθάσουν μέχρι και στην Ινδία, ‘το κόσμημα του βρετανικού στέμματος’.

Επίσης, όταν η Γερμανία του Γουλιέλμου αποφάσισε να εφαρμόσει την Weltpolitik και άρχισε να κατασκευάζει ένα μεγάλο στόλο, υπήρχε ο φόβος ότι το έθνος με μία στρατηγική θέση στην ήπειρο θα μπορούσε να αποκτήσει και μία τέτοια θαλάσσια ισχύ που θα εκμηδένιζε τη βρετανική υπεροχή. Η είδηση του σχεδίου ενός σιδηροδρόμου Βερολίνου-Βαγδάτης προκάλεσε επιπλέον ανησυχίες στους Βρετανούς, οι οποίοι φοβόνταν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να εμποδίσει τη Μ. Βρετανία στον Περσικό Κόλπο και στον Ινδικό Ωκεανό.

Σε αυτό το σημείο, για τη Μ. Βρετανία αναδυόταν το πρόβλημα να  προσδιορίσει ποιος ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Πάνω στην βάση των ιδεών του Mackinder, έγινε κατανοητό ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος προερχόταν από μία δύναμη ή ένα συνασπισμό δυνάμεων ο οποίος θα μπορούσε να ελέγξει τη στρατηγική περιοχή στην καρδιά της Ευρασίας. Με άλλα λόγια η Βρετανική στρατηγική θα έπρεπε να εμποδίσει τη Γερμανία ή την Τσαρική Ρωσία ή ένα συνασπισμό των δύο για τον έλεγχο της Heartland.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Mackinder διαπίστωσε, ότι κατά μία έννοια, οι θαλάσσιες δυνάμεις είχαν νικήσει τις ηπειρωτικές δυνάμεις των κεντρικών αυτοκρατοριών. Εκτός από αυτό το γεωγραφικό δεδομένο, σημείωσε πως η Heartland, έτσι όπως την είχε συλλάβει, είχε κατακερματιστεί με την απόσυρση από τη σκηνή της Ρωσίας, τη σμίκρυνση της Γερμανίας, τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, το σχηματισμό της Πολωνίας και των άλλων κρατών της κέντρο-ανατολικής Ευρώπης. Θεώρησε δε πως αυτό θα μπορούσε να είναι θετικό για την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Η ευρωπαϊκή ισορροπία και η βρετανική ασφάλεια μπορούσαν να διασφαλιστούν μέσω ενός συνεχούς χωρισμού μεταξύ της Γερμανίας και της Ρωσίας. Αυτό πραγματοποιήθηκε με τη σύσταση της ‘Petite Entente’, μία δέσμη κρατών από τη Βαλτική έως τη Μαύρη θάλασσα, που ήταν υπό την προστασία των δυτικών δυνάμεων εναντίον των γερμανικών και ρωσικών απειλών.

Ωστόσο, στη συνέχεια, ο Mackinder διαπίστωσε την αποτυχία αυτής της πολιτικής, χωρίς τη στρατιωτική εγγύηση Γαλλίας και της Αγγλίας προς αυτά τα κράτη. Ο γερμανικός επεκτατισμός του Χίτλερ εκφράστηκε ακριβώς στην απόπειρα να επεκτείνει την κυριαρχία πάνω στα σλαβικά εδάφη της κέντρο-ανατολικής Ευρώπης. Αυτό επανέφερε το φόβο μιας κατάκτησης της Heartland από μέρους μιας μόνης δύναμης. Έτσι, ο Mackinder μετακίνησε τα δυτικά όρια της Heartland προς την δύση ακριβώς επειδή ο μεγαλύτερος κίνδυνος προερχόταν από τη Γερμανία.

 

Με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι η Σοβιετική Ένωση  που αναδύεται ως μεγάλη δύναμη ικανή να επεκτείνει τον έλεγχό της πάνω στην Καρδιά της Γης. Το 1943, το έτος που γράφει ο Mackinder, οι δυνάμεις του μεγάλου συνασπισμού αντιμετώπιζαν το γερμανικό άξονα. Σκέφθηκαν ότι υπήρχε ο κίνδυνος η Σοβιετική Ένωση να καταλάβει τη Γερμανία και να αναδυθεί ως μεγάλη χερσαία δύναμη με μία ισχυρότατη στρατηγική θέση. Η επέλαση του σοβιετικού στρατού σταμάτησε στο σημείο στο οποίο είχαν φθάσει οι άγγλο-αμερικανοί και η Γερμανία χωρίστηκε. Ο Mackinder έφερε τα όρια της Heartland προς την ανατολή κατά μήκος της γραμμής Λένινγκραντ-Μόσχα-Στάλινγκραντ, μια που ο κίνδυνος τώρα προερχόταν από τη Σοβιετική Ένωση. Πράγματι, αναδυόταν ένας νέος διπολικός κόσμος, στον οποίο οι ΗΠΑ αναλάμβαναν να εμποδίσουν τη Σοβιετική Άνωση να επεκτείνει την κυριαρχία της πάνω στις περιφέρειες της Ευρασίας, in primis στη Δυτική Ευρώπη.

Εξαιτίας του Ψυχρού Πολέμου, για σαράντα χρόνια, η Ευρώπη έμεινε χωρισμένη στα δύο, και τα σχετικά με τη Heartland είχαν μπει σε δεύτερη μοίρα. Ωστόσο, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ του 1989 και του τέλους του 1991 (η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η επανενοποίηση της Γερμανίας, η αυτονομία των χωρών της ανατολικής Ευρώπης και η ανεξαρτησία των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών), επανέφεραν την προσοχή στην περιοχή που υποδείχτηκε από το Mackinder ως Heartland. Από τη μία πλευρά, υπάρχει μία δύναμη, η Γερμανία, που τίθεται ως οδηγός μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που πλέον ενσωμάτωσε τις χώρες της κέντρο-ανατολικής Ευρώπης. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η Ρωσική Ομοσπονδία που αντιλαμβάνεται την πίεση από μέρους της Δύσης και προσπαθεί με την σειρά της να επεκτείνει την επιρροή της πάνω στις γύρω περιοχές στις οποίες κάποτε κυριαρχούσε. Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο λοιπόν, τα εδάφη της Heartland υπέστησαν τη διαδικασία της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοιχείο που προκάλεσε την αντίδραση της Ρωσίας, η οποία θεωρεί τον έλεγχο αυτής της περιοχής από άλλες δυνάμεις ως μία σημαντική  απειλή.


Συμπεράσματα 

 
Θέλοντας να πάρουμε ένα μάθημα από τις διδαχές του Mackinder, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει μία δυναμική εν σχέση με το ευρασιατικό σενάριο που βλέπει τη Heartland ως στόχο των μεγάλων δυνάμεων. Αυτή λειτουργεί ως διαχωρισμός με φάσεις κατακερματισμού, με κίνδυνο οι χώρες που την αποτελούν να υποστούν τις πιέσεις άλλων δυνάμεων. Σήμερα υπάρχουν πολλαπλά σενάρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ως εκ τούτου οι συλλογισμοί μπορεί να επεκταθούν και σε αλλά γεωπολιτικά πλαίσια. Παραμένει η σταθερά σύμφωνα με την οποία, οι δυνάμεις της ξηράς ωθούν προς τις περιφερειακές περιοχές της ευρασιατικής μάζας, ενώ οι θαλάσσιες δυνάμεις προσπαθούν να περιορίσουν αυτή την προέλαση και να  αποκτήσουν  θέσεις  προς  το  εσωτερικό.

 

Άρθρο του Pasquale di Nuzzo                                                                                                                

Πηγή                                                                                                                                      

Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου

ΘΕΟΔΟΤΟΣ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.