Ινδία: Μια νέα ασιατική υπερδύναμη;

του Βασίλη Πετρόπουλου, Διεθνολόγου

Στην αχανή ήπειρο της Ασίας, όπου τον πρώτο λόγο διατηρεί η παραδοσιακή και διαρκώς αναπτυσσόμενη δύναμη που ακούει στο όνομα Κίνα, μία νέα θέλει να παρουσιαστεί ως αντίβαρο σε αυτή την κυριαρχία και να βγει από τη ”σκιά” του πανίσχυρου γείτονα: η Ινδία. Αν επιτευχθεί κάτι τέτοιο τί θα σημαίνει για το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων της ευρύτερης περιοχής; Τα υπάρχοντα γεωπολιτικά δεδομένα ευνοούν ή αποθαρρύνουν μία τέτοια εξέλιξη;

Κατ’αρχάς, είναι αδιαμφισβήτητο πως μέχρι πρότινος η Κίνα είχε ταπεινώσει την Ινδία με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την συντριβή της τελευταίας στον πόλεμο του 1962 που εκτός από ηθικό αντίκτυπο εμπεριείχε και εδαφικό κόστος αφού το Πεκίνο προσάρτησε εδάφη του ινδικού ανατολικού Κασμίρ (περιοχή Aksai Chin) ενσωματώνοντάς τα στην επαρχία της Ζινζανγκ (επαρχία Θιβέτ). Το γεγονός επίσης ότι η Ινδία εμπλέκεται σε χρόνια διαμάχη με το Πακιστάν για το Κασμίρ από 1947 δυσχέρανε την προσπάθειά της να αντισταθμίσει την ισχύ της Κίνας αποκομίζοντας κέρδος εις βάρος της ως προς τις διαφιλονικούμενες συνοριακές περιοχές μεταξύ των δύο κρατών. Αδιαμφισβήτητο όμως είναι επίσης και ότι η Ινδία έχει σημειώσει μία ραγδαία ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια οι ρυθμοί της οποίας ήταν μεγαλύτεροι κι από αυτούς της Κίνας σταδιακά από το 2010 μέχρι το 2018. Πιο συγκεκριμένα η πατρίδα του Γκάντι άρχισε να αξιοποιεί στο έπακρο τους διαθέσιμους πόρους κάνοντας εκτεταμένη χρήση της υπάρχουσας τεχνολογίας ενώ έχοντας ως όπλο την οικονομική εξωστρέφεια, την ελευθερία στο εμπόριο και την ενθάρρυνση των ιδιωτικών πρωτοβουλιών έδωσε μία τεράστια ώθηση στο ΑΕΠ της το οποίο άγγιξε ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 7,2 % το 2017-2018 και στο επόμενο διάστημα ίσως φτάσει το 7,3% (αντί 7% το 2018-2019) σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις του αξιόπιστου οίκου αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Moody’s. Την ίδια στιγμή η Κίνα του Σι- Τσινπινγκ που ακολουθεί ένα περισσότερο αυστηρό πλαίσιο χρηματοοικονομικής ανάπτυξης, λόγω του απόλυτου ελέγχου που επιζητά να έχει το κυβερνών κομμουνιστικό κόμμα, έδειξε μία κάμψη σε σχέση με την Ινδία. Επίσης, το Νέο Δελχί φιγουράρει ήδη στις πέντε μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις παγκοσμίως (όπως και το Πεκίνο φυσικά) έχοντας ξεπεράσει τόσο τη Γαλλία όσο και τους πρώην του αποικιοκράτες, το Ηνωμένο Βασίλειο(αξιοθαύμαστο για μια χώρα αποικιοκρατούμενη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940 όταν και ελευθερώθηκε με την Παθητική Επανάσταση). Επιπροσθέτως, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε πως η Ινδία είναι πυρηνική δύναμη διαθέτοντας 130-140 πυρηνικές κεφαλές ενώ από την άλλη έχει τη δυνατότητα να κινητοποιήσει πάνω απο 1.000.000 στρατιωτικό δυναμικό έχοντας στην κατοχή της ένα πανίσχυρο ρωσικής κατασκευής αεροπλανοφόρο και πυρηνικά υποβρύχια, χαρτιά που δεν δίστασε να αποκαλύψει τον Μάρτιο του προηγούμενου έτους τοποθετώντας τα στα ινδοπακιστανικά σύνορα προς μεγέθυνση της αποτρεπτικής της ικανότητας μετά την αναθέρμανση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους δύο ορκισμένους εχθρούς.

Αυτή λοιπόν η de facto αναβάθμιση της Ινδίας σε καίριας σημασίας παίκτη στη διεθνή σκηνή δημιουργεί νέες ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις. Εκτός από την Κίνα, άμεση ενδιαφερόμενη από την προαναφερθείσα άνοδο της ινδικής ισχύος είναι οι ΗΠΑ. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει εδώ και δεκαετίες να οικοδομήσει ένα σύστημα ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού το οποίο τα τελευταία χρόνια είναι προσανατολισμένο στο να ανακόψει ή να περιορίσει την διαρκώς αναπτυσσόμενη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας . Κομβικό ρόλο στο συγκεκριμένο σύστημα διαδραμάτιζε και εξακολουθεί να διαδραματίζει το γεωπολιτικό τρίγωνο Κίνα-ΗΠΑ-Ιαπωνία αλλά και η κορεατική χερσόνησος. Οι ΗΠΑ εκμεταλλευόμενες την υποβάθμιση των σινο-κορεατικών σχέσεων εξασφάλισαν μία ισχυρή συμμαχία με την Πιόνγιανγκ παίρνοντας εκείνες τον πρώτο λόγο διαμεσολάβησης μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας. Από την άλλη οι ΗΠΑ, ειδικά επί διακυβέρνησης Ομπάμα, εμβάθυναν τις επαφές τους με την πάλαι πότε εχθρό τους Ιαπωνία. Η τελευταία, παρά την οικονομική αλληλεξάρτηση που μοιράζεται με την Κίνα (δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγός της μετά τις ΗΠΑ) βλέπει με ανησυχία την άνοδο της παραδοσιακής ανταγωνίστριάς της με αποτέλεσμα στα επακόλουθα διλήμματα ασφαλείας που γεννιούνται να επιλέγει με βάση τον φόβο για την ριζική ανατροπή των συσχετισμών ισχύος υπέρ της Κίνας και να στρέφεται στις ΗΠΑ. Επίσης, η ευθεία διπλωματία του νυν προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει βελτιώσει θεαματικά τις προ λίγων χρόνων επικίνδυνα τεταμένες σχέσεις των ΗΠΑ με τη Βόρεια Κορέα. Σε αυτό το πλαίσιο η Ουάσινγκτον ελκύει ακόμα περισσότερο την Ιαπωνία και την Νότια Κορέα από τη στιγμή που δημιουργείται η ελπίδα διευθέτησης του θέματος αποπυρηνικοποίησης της Πιόνγιανγκ, γεγονός που θα καθησύχαζε τις δύο χώρες που κινδυνεύουν άμεσα από τις διαθέσεις του αμφιλεγόμενου ηγέτη της Κιμ Γιονγκ Ουν. Ιστορική ήταν εξάλλου η συνάντηση (πρώτη Αμερικανού προέδρου) της 30ης Ιουνίου στην αποστρατικοποιημένη ζώνη στα σύνορα Βόρειας και Νότιας Κορέας μεταξύ Τραμπ και Γιονγκ Ουν και η δέσμευση του πρώτου για πρόσκληση του δεύτερου στον Λευκό Οίκο.

Με αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε την προφανή και πρωτοφανή, σε τέτοια ένταση, προσπάθεια των ΗΠΑ να ασκήσουν πίεση στην Κίνα ”περικυκλώνοντάς’ την στην ίδια της την γειτονία.Εδώ έρχεται να συμπληρώσει το παζλ της αμερικανικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή η Ινδία. Η δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη αποτελεί έναν πολύτιμο σύμμαχο των ΗΠΑ στη Νότια Ασία και τον Ινδικό Ωκεανό ευρισκόμενη επιπροσθέτως στην ”πίσω αυλή” της Κίνας( νότια σύνορά της). Τη στρατηγική σημασία της συμμαχίας με την Ινδία είχε πρώτος φέρει στην επιφάνεια ο σπουδαίος αναλυτής των διεθνών σχέσεων, συνιδρυτής της θεωρητικής σχολής του νεοφιλελευθερισμού και θεμελιωτής του όρου ”ήπια ισχύς” (soft power) Joseph Nye. Εκείνος ήταν που μετά τη λήξη του ”Ψυχρού Πολέμου” και ως Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στην κυβέρνηση Κλίντον επέμεινε στην παραμονή των αμερικανικών στρατευμάτων ως είχαν στην Ιαπωνία και στη Ν. Κορέα αλλά και στην προσέγγιση της Ινδίας ως ανάχωμα στην ανάδυση αναθεωρητικών ισχυρών δυνάμεων εννοώντας φυσικά την Κίνα. Με βάση αυτό το σκεπτικό οι ινδο-αμερικανικές σχέσεις άρχισαν να θερμαίνονται την δεκαετία του 90′ επί Κλίντον, ενώ η ζύμωση συνεχίστηκε γοργά και τα επόμενα χρόνια δίνοντας τέλος στις αντι-αμερικανικές διαθέσεις από την πλευρά της Ινδίας η οποία ως ηγέτιδα δύναμη του κινήματος των Αδεσμεύτων αλλά ταυτόχρονα φιλικά προσκείμενη στην ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου έβλεπε τότε στο πρόσωπο της Ουάσινγκτον μία στενή συνεργάτιδα του πρώην δυνάστη της, του Ηνωμένου Βασιλείου, και μία δύναμη που χρησιμοποιεί νεοαποικιοκρατικές μεθόδους για να προάγει τα εθνικά της συμφέροντα. Έτσι λοιπόν φτάσαμε στην προεδρία Τραμπ και την ακόμα μεγαλύτερη σύγκλιση των δύο πλευρών. Ο πραγματιστής πρόεδρος των ΗΠΑ έχει καταστήσει σαφή την πρόθεσή του να ανάγει την Ινδία σε έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους του παγκοσμίως. Αυτό δείχνει άλλωστε και η κοινή στρατιωτική άσκηση στην αμερικανική στρατιωτική βάση Diego Garcia* τον Απρίλιο του έτους που διανύουμε. Κοινά γυμνάσια έχουν γίνει και σε κομμάτια της θάλασσας της Νότιας Κίνας όπου συμμετείχε και η Ιαπωνία σχηματίζοντας μία- κάτι παραπάνω από- υπολογίσιμη στρατιωτική συμμαχία στον Ειρηνικό Ωκεανό που στέλνει σαφές μήνυμα στο Πεκίνο ότι οποιαδήποτε απόπειρα ηγεμόνευσης και δημιουργίας τετελεσμένων στην ευρύτερη περιοχή με την προσφιλή του τακτική της ανάδυσης τεχνητών νησιών θα γνωρίσει την σθεναρή αντίσταση του ισχυρού άρτι εμφανισθέντος τριπλού άξονα.’Αλλωστε η Ινδία έχει επιπλέον λόγο να κοιτάζει με ενισχυμένη ανησυχία τις πολιτικές που χαράζει η Κίνα κυρίως μετά την εκπόνηση του εμπορικού σχεδίου της με τίτλο One Belt One Zone που αποτελέι μία προσπάθεια εκσυγχρονισμένης αναβίωσης του αρχαίου Δρόμου του Μεταξιού. Το σχέδιο των Κινέζων είναι να ξεχυθούν προς την ”καρδιά” της Κεντρικής Ασίας κατασκευάζοντας χερσαίους δρόμους που θα καταλήγουν στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, πλάνο που πυροδοτεί έντονο προβληματισμό στα ανώτερα ινδικά κλιμάκια εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά την εθνική ασφάλεια της χώρας καθώς μέσω του σύγχρονου ”Δρόμου του Μεταξιού” η Κίνα θα απλώσει την επιρροή της και θα αυξήσει τη φυσική της παρουσία σε μία τεράστια περιοχή στα βορειανατολικά σύνορα της ινδικής επικράτειας και σε μία αγορά που ενδεχομένως η ίδια η Ινδία θα ήθελε να εκμεταλλευτεί. Δεδομένων των εξελίξεων θα λέγαμε πως η Ινδία έχει ανάγκη τις ΗΠΑ όπως ποτέ άλλοτε και τούμπαλιν. Ο Τραμπ έχει σκοπό να βάλει ένα γερό φρένο στην άνοδο της Κίνας που απειλεί ευθέως την πρωτοκαθεδρία της χώρας του στη διεθνή σκηνή και συνεπώς επιδιώκει να αποτρέψει την μεταβολή του status quo στην περιοχή καθώς κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε σφόδρα την αναθεωρητική Κίνα.Αυτό θα το πετύχει υποβοηθώντας την διατήρηση ή ακόμα και την αύξηση της ισχύος χωρών όπως η Ν.Κορέα και η Ιαπωνία αλλά και την αναβάθμιση ρόλου στο διεθνές σύστημα χωρών όπως η Ινδία (και δευτερευόντως η Ινδονησία) χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο μία ατσαλένια περίφραξη που θα συγκρατήσει τον δράκο της Ασίας.

Φυσικά στις διεθνείς σχέσεις και στη διπλωματία δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Οι ινδο-αμερικανικές σχέσεις παρά την εκπληκτική τους πορεία τα τελευταία 25 χρόνια, βρίσκονται πάντα υπό εξέταση και ακανθώδη ζητήματα προκύπτουν όπως για παράδειγμα η αστάθεια που διοχετεύει στο διεθνές εμπόριο η Αμερική λόγω του οικονομικού πολέμου με την Κίνα αλλά και λόγω της κατάστασης με το Ιραν. Η κυβέρνηση Μόντι που έχει προβεί σε ραγδαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις κινούμενη σε φιλελεύθερα πρότυπα εμπορίου και κανόνες ανοιχτής αγοράς έχει προσδώσει μία δυναμική στην Ινδία αλλά όπως κάθε τέτοιου είδους καλπάζουσα οικονομία, χρειάζεται το κατάλληλο πλαίσιο για συνεχίσει την ανοδική της πορεία. Η Ινδία του Μόντι λοιπόν έχει ανάγκη ένα σταθερό διεθνές σκηνικό στο εμπόριο και ειδικότερα στη Μέση Ανατολή που είναι μια νευραλγική περιοχή για αυτήν οικονομικά/αναπτυξιακά. Επομένως όταν στηρίζει τις ΗΠΑ μπορεί να αντιμετωπίζει αδιέξοδα και να έρχεται σε δυσμενή θέση όπου δημιουργούνται, έστω προσωρινά, εις βάρος της δημοσιονομικές συνθήκες όπως για παράδειγμα όταν η Ουάσινγκτον επέβαλε στους συμμάχους της εμπάργκο στις εισαγωγές πετρελαίου από το Ιραν και τη Βενεζουέλα και η Ινδία ως δεύτερος πελάτης των ιρανικών πετρελαϊκών εξαγωγών ζημιώθηκε αφού αναγκάστηκε να ψάξει εναλλακτικές με διαφορετικές συμφωνίες που αύξησαν το κόστος των εισαγωγών στο ισοζύγιό της. Συν τοις άλλοις, η Ινδία δεν δύναται να διακόψει τους δεσμούς της με το Ιραν (εχθρό των ΗΠΑ) γιατί εκτός από το ενεργειακό τους εμπόριο μοιράζονται και τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με την άνοδο των τζιχαντιστών στο γειτονικό Πακιστάν που αποτελεί ένα μείζον ζήτημα ασφαλείας για την Ινδία και καθιστά το Ιραν πολύτιμο γεωπολιτικό εταίρο. Τριβές υπήρξαν, και ενδεχομένως να ξαναϋπάρξουν, ανάμεσά σε ΗΠΑ και Ινδία εξ’αιτίας των καλών σχέσεων που θέλει να καλλιεργήσει η τελευταία με τη Ρωσία. Η πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Πούτιν και Μόντι για την αγορά των πυραυλικών συστημάτων S-400 από το Νέο Δελχί και η παράδοσή τους στην Ινδία εντός του 2020 θορύβησε την Ουάσινγκτον ψυχραίνοντας στιγμιαία το μεταξύ τους κλίμα.

Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειώσουμε ότι παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ινδίας, η Κίνα παραμένει ο ισχυρότερος παίκτης της περιοχής και, τουλάχιστον για την ώρα, η κινέζικη υπεροχή, που μπορεί εσχάτως να γνώρισε μία στασιμότητα σε σχέση με την Ινδία οικονομικά, παραμένει η ισχυρότερη οικονομία παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ έχοντας μάλιστα κλείσει αρκετά την ψαλίδα. Και επειδή στις διεθνείς σχέσεις η οικονομική ισχύς κυρίως τα τελευταία χρόνια είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την στρατιωτική, η Κίνα υπερέχει σημαντικά και σε αυτό το κομμάτι, κάτι που είναι καθοριστικό για την κατάσταση στα σινο-ινδικά σύνορα και για την συνολική ισορροπία δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή.

Συμπερασματικά, η Ινδία έχει πολύ δρόμο ακόμα μπροστά της για να αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στη διεθνή τάξη πραγμάτων και αυτό δεν θα το πετύχει ποτέ αν δεν βαδίσει πιο πέρα από την σκιά της Κίνα δείχνοντας ότι μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά σε όλους τους τομείς. Κάτι τέτοιο ακολούθως δεν πρόκειται να συμβεί χωρίς την στήριξη και την ενίσχυση των δεσμών από/με τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες επί τωρινής προεδρίας Τράμπ δείχνουν την πρόθεση να συνεργαστούν στενά με την Ινδία και να της αφιερώσουν αμέριστη προσοχή ως ένα σοβαρό σύμμαχο και αντίβαρο στην κινεζική ισχύ. Έχουν επίσης κάνει βήματα μπροστά με πιο απτό παράδειγμα την εξαίρεση της Ινδίας από συγκεκριμένες κυρώσεις κατά του Ιράν (λιμάνι Τσαμπαχάρ**). Ή άρση βέβαια αυτών των διευκολύνσεων αργότερα προκάλεσε την αντίδραση του Νέου Δελχί αυξάνοντας τους δασμούς στα αμερικανικά προιόντα. Είναι καίριο αυτές οι μικρές αποκλίσεις να εκλείψουν και να δημιουργηθεί επιτέλους ένα αρραγές μέτωπο ανάσχεσης της κινεζικής ισχύος πριν να είναι πολύ αργά.

Η Ινδία βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό δίλημμα: διατήρηση της παρούσας κατάστασης και ίσως ελεγχόμενη αύξηση της ισχύος της ακολουθώντας πολιτικές που ίσως δυσαρεστούν τις ΗΠΑ ή κατακόρυφη αναβάθμιση της ισχύος της και του γεωπολιτικού της διεθνούς ρόλου δίνοντας προτεραιότητα στις διμερείς σχέσεις με την Ουάσινγκτον ακόμα κι αν αυτό υποβάθμιζε προσωρινά τις σχέσεις με Ιραν και Ρωσία θέτοντας σε κίνδυνο την έκβαση τοπικών γεωπολιτικών διακυβευμάτων; Εάν η Ινδία θέλει το δεύτερο, που αυτό προσπαθεί να πετύχει τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι επιβεβλημένα αναγκασμένη να πάρει ρίσκα και να ρίξει κάποιες απαιτήσεις της που πλήττουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ αφού άλλωστε νομίζω πως εάν κάποιος απο τους δύο έχει περισσότερο ανάγκη τον άλλον, είναι η Ινδία την Αμερική. Αυτό είναι το διεθνές σύστημα διεπόμενο απο στυγνό ρεαλισμό και εμποτισμένο με την πολιτική που ο Ρισελιέ ονόμαζε ‘raison d’etat’. Το συμφέρον της Ινδίας λοιπόν , ώς έθνος, αν στοχεύει στο μακροπρόθεσμο μέλλον είναι η πλήρης σύμπραξη με τις ΗΠΑ όσο ωμό κι αν ακούγεται αυτό.

*Το Diego Garcia είναι μία πόλη στην ‘καρδιά του Ινδικού Ωκεανού και ταυτόχρονα ή μεγαλύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στο εξωτερικό. Από την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων (1810 συγκεκριμένα) έως το 1965 αυτή η λεπτή λωρίδα γής κατά μεσής του ωκεανού υπαγόταν στον Μαυρίκιο που ήταν αποικία των Βρετανών. Την περίοδο των διαδικασιών ανεξαρτητοποίησης του Μαυρικίου που ολοκληρώθηκαν το 1968, το Ην. Βασίλειο δεν άφησε το Diego Garcia καθώς είδε μία ευκαιρία να ‘ανέβει’ στα μάτια του ‘μεγάλου αδελφού ‘ του, των ΗΠΑ, εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου (βέβαια αυτή η απόφαση ίσως να πάρθηκε και έπειτα απο προτροπή των ΗΠΑ). Έτσι, εκμίσθωσε τη συγκεκριμένη περιοχή στην Αμερική που απο το 1971 χρησιμοποιεί τη πόλη ως στρατιωτική βάση. Γεωγραφικά, το Diego Garcia είναι βαρύνουσας στρατηγικής σημασίας για τις ΗΠΑ αφού της επιτρέπει τον έλεγχο, την δυνατότητα άμεσης επέμβασης αλλά και την υψηλή αποτρεπτική ικανότητα ως προς τα ζητήματα που προκύπτουν στην νευραλγική περιοχή της Μ. Ανατολής και της Νοτιανατολικής Ασίας. Εκεί εξάλλου ήταν το ‘oρμητήριο’ για τις επιδρομές και αποστολές των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.

* *Το λιμάνι Τσαμπαχάρ βρίσκεται στο νοτιανατολικό Ιράν και είναι ένα απο τα λιμάνια του Κόλπου του Ομάν, η πρώτη φάση του οποίου εγκαινιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2017 με επενδύσεις ύψους 200εκ, απο την πλευρά της Ινδίας. Αποτελεί project υψίστης σημασίας για τις διμερείς σχέσεις Ιράν – Ινδίας: για το Ιράν είναι ενα checkpoint εισόδου στον Περσικό Κόλπο ενώ για την Ινδία ένας τρόπος να αναπτύξει περαιτέρω τις εμπορικές της σχέσεις με το Ιράν και το Αφγανιστάν ( σύνδεση με 4 μεγάλες πόλεις του: Kabul, Herat, Uandahar, Matar -e- Sharif ) παρακάμπτοντας το Πακιστάν που λόγω των προστριβών τους δεν επιτρέπει την διακίνηση ινδικών αγαθών προς την κεντρική Ασία. Επίσης, η εγγύτητα του Τσαμπαχάρ στα πακιστανικά σύνορα ενέχει και τεράστια στρατηγική σημασία για την Ινδία απο τη στιγμή που ελέγχει και διαχειρίζεται μία μεγάλη περιοχή στα νώτα του εχθρού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

The Diplomat, South Asia topics

National Interest, India

Swami Praveen, India, Pakistan and the secret Jihad

Indiatoday, Why China moved ahead of India and what can we learn from our neighbour

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, Αμερικανικό Πολιτικό Σύστημα και Εξωτερική Πολιτική: 1945-2002

Foreign Affairs, The permanent bases of American Foreign Policy

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.