Μέρες ποὺ εἶναι, ἐπανακυκλοφορεῖ ἢ θὰ ἐπανακυκλοφορήσει τὸ γνωστὸ δῆθεν ψαγμένο ἀφήγημα, ὅτι οἱ «Ἀρχαῖοι» εἶχαν ἡλιούγεννα καὶ γιορτὲς γιὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο τὰ ὁποῖα οἱ Ἄλλοι «κλέψανε» ἀπὸ κόμπλεξ, γιὰ νὰ προσηλυτίσουν ἀνόητους Ἐθνικοὺς ποὺ (ὡς ἀνόητοι) δὲν θὰ τοὺς πείραζε τί καὶ ποιὸν θεὸ θὰ γιόρταζαν ἀρκεῖ νὰ τὸν γιόρταζαν στὶς 25/12. Ἀναφέρονται οἱ «Ἀρχαῖοι» ἐξεπίτηδες γενικὰ καὶ κουτοπόνηρα ἀόριστα εἰς πάντες τοὺς τόπους καὶ πάσας τὰς ἱστορικὰς περιόδους. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ 25 Δεκεμβρίου ποτὲ δὲν ἦταν ἡ ἡμερομηνία τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοστασίου ἀπὸ τὸν 4ο π.Χ. αἰώνα καὶ μετά, δηλαδὴ μιλᾶμε γιὰ μιὰ τεράστια ἀπάτη ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀναφέρονται σὲ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο.
Ἔτσι ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει καὶ τοὺς Ρωμαίους (Λατίνους) ἀλλὰ καὶ νὰ στέκει χωρὶς αὐτούς. Ἀγνοώντας ἐξεπίτηδες ἢ ἀπὸ ἀμάθεια ὅτι οἱ Ρωμαῖοι εἶχαν ὄντως πρὶν τὸν Αὐρηλιανὸ δύο γιορτὲς τοῦ ἥλιου, ἀλλὰ στὶς 9 καὶ στὶς 28 Αὐγούστου, καὶ ὄχι (ὅπως ἀπὸ τὸν Αὐρηλιανὸ καὶ ἑξῆς μὲ τὴν μᾶλλον συριακὴ ἡλιακὴ θεότητα) στὶς 25 Δεκεμβρίου, ὄχι στὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο. Ἀλλὰ καὶ ἐναλλακτικὰ νὰ ἀφορᾶ μόνο τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ποὺ εἶχαν πολλὰ καὶ διαφορετικὰ μεταξύ τους ἡμερολόγια οὕτως ὥστε εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ «ἑλληνικὰ ἡλιούγεννα» (ποὺ ἀντέγραψαν οἱ Ἄλλοι κ.λπ.). Δηλαδή, ἄλλοτε οἱ Ρωμαῖοι εἶναι ἡ κακὴ μπότα ποὺ πατοῦσε τοὺς ἀρχαίους ἡμῶν προγόνους (καὶ συνέχισε νὰ πατᾶ διὰ τοῦ Παύλου τοὺς Ἕλληνες -λέγε με Λιλὴ Ζωγράφου), καὶ ἄλλοτε εἶναι κι αὐτοὶ σὰν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, μὲ ἡλιούγεννα καὶ ἡλιοκουραμπιέδες. Τὸ δίπορτο ὡς στάση ζωῆς.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἔχουμε τὸν χριστιανὸ Ἱππόλυτο Ρώμης, πού, πρὶν ἀπὸ τὸ 234, εῖχε γράψει ὅτι ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε ὀκτὼ μέρες πρὶν ἀπὸ τὶς (προφανῶς ρωμαϊκές) Καλένδες τοῦ Ἰανουαρίου, δηλαδὴ στὶς 25/12. Ἀλλὰ καὶ τὸν Σέξτο Ἰούλιο Ἀφρικανό, ἄλλον Χριστιανό, ποὺ (πρὶν ἀπὸ τὸ 240) γράφει ὅτι ὁ Ἰησοῦς συνελήφθη 5.500 ἔτη μετὰ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἄρχιζε στὶς 25 Μαρτίου σύμφωνα μὲ ἰουδαιοχριστιανικὲς παραδόσεις τῆς ἐποχῆς: Ἑννέα μῆνες (ὅσο κάνει ἕνα ἀνθρώπινο ἔμβρυο νὰ γεννηθεῖ) ἀπὸ 23/3, μπορεῖ καθένας νὰ καταλάβει, εἶναι 25 Δεκεμβρίου, ἤτοι τί κάνει νιάου-νιάου στὰ κεραμίδια…
Ποῦ καὶ πόσο μετὰ βρίσκεται ὁ Αὐρηλιανός, ποὺ καθιέρωσε τὸ 273 τὰ Ἡλιούγεννα; Ἄσε ποὺ ἦταν τόσο ἄσημη γιορτὴ τὰ Ἡλιούγεννα τοῦ 273, ὥστε πρώτη γραπτὴ πηγὴ ἡ ὁποία τὰ ἀναφέρει εἶναι ἕνα κείμενο 80 χρόνια ἀργότερα, τὸ 354.
Ἡ σύγχρονη ἐτήσια μνεία τῶν ἀρχαιοκεντρικῶν σὲ ἡλιούγεννα (ποὺ ἔκλεψε «ὁ Ἐχθρός τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οἱ Χριστιανοί» -συμπληρώνουν οἱ λιγότερο δειλοὶ ἀπὸ αὐτούς), καὶ τὸ ἄγχος τῶν Ἐθνικῶν τοῦ 3ου αἰώνα νὰ ἀντιγράψουν τοὺς Ἄλλους (τοὺς Χριστιανούς) φτιάχνοντας Ἡλιούγεννα θυμίζουν ἕνα παρόμοιο ἱστορικὸ ξεκαρδιστικὸ περιστατικό, μὲ τοὺς Ὀθωμανοὺς ποὺ ἔφτιαξαν τὰ Μωαμεθ-ούγεννα (Mevlud) τὸ 1588, ξαφνικά, γιὰ νὰ μιμηθοῦν ἢ ἀνταγωνιστοῦν τὰ Χριστούγεννα. Σίγουρα, Μουσουλμάνοι καὶ Ἐθνικοὶ/Ἀρχαιολάτρες διαχρονικὰ ἔμοιαζαν σὲ πολλὰ ἄλλα πράγματα (δὲν εἶναι τῆς ὥρας νὰ ἀναφερθοῦν, ἀρκεῖ νὰ σκεφτοῦμε τὴν θεσμικὰ ἐπιτρεπόμενη πατριαρχικὴ πολυγαμία, ἢ τὴν ἄποψή τους ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι κι ὄχι οἱ Χριστιανοὶ διέσωσαν τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία), ὁπότε ὁ συγκρουσιακὸς μιμητισμὸς καὶ τῶν δύο ἐπιβεβαιώνεται μὲ τὰ Ἡλιούγεννα / Μωαμεθούγεννα. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀλογοαυτόχειρας Περικλῆς Γιαννόπουλος θαύμαζε τοὺς Ἄραβες Μουσουλμάνους (καὶ μισοῦσε τὸν ἀντιαρειανιστὴ Μέγα Ἀθανάσιο), ὅπως ὁ βέρος Ἕλλην, ὁ Ἰουλιανός, ἔλεγε ὅτι σέβεται, προσκυνᾶ καὶ τιμᾶ τὸν Ἰεχωβά, κι ἔδινε χρήματα γιὰ νὰ ξαναχτιστεῖ ὁ ναὸς τοῦ Σολομώντα ὥστε νὰ βγεῖ ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ Ἰησοῦ τῶν Χριστιανῶν.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι μέσα σὲ μία περίπου γενιά, ἀπὸ τὸν Κέλσο ὣς τὸν Πορφύριο, ὁ Ἰησοῦς —ὅπως τὸν ἀντιλαμβάνονταν οἱ Ἐθνικοί— μεταμορφώθηκε ἀπὸ ἕναν τυχάρπαστο μάγο («ἔλαμωρέ, κι ὁ Τυανέας ἔκανε θαύματα») σὲ ἕναν πολὺ σεβάσμιο σοφὸ ἀλλὰ_ὄχι_θεό, δηλαδὴ ὅ,τι περίπου στὴν ἀμέσως ἑπόμενη γενιὰ διακηρύχθηκε ἀπὸ τὸν Ἄρειο, τοὺς Ἀνόμοιους, καὶ τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες ἀπὸ τὸ Κοράνι. Δηλαδή, ὅταν ἡ ἀρχικὴ τακτικὴ τῆς περιφρόνησης ἀπέτυχε, δοκιμάστηκε ἡ τακτικὴ τῆς πλαστογράφησης-ἰδιοποίησης. Θέλει ἡ ὁμοιότητα νὰ κρυφτεῖ καὶ ἡ χαρὰ δὲν τὴν ἀφήνει.
Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀντεπιχειρηματολογήσει εἶναι ὅτι τὰ Χριστούγεννα ἔγιναν ἐπίσημα γιορτὴ μόλις τὸν 4ο αἰώνα, ἄσχετα μὲ τὸ ὅτι ὡς μέρα τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ ἀναγνωριζόταν πρὸ πολλοῦ ἡ 25/12 (Ἂν ἐξαιρέσουμε τὴν ἄποψη γιὰ τὴν μέρα τῶν Θεοφανίων.) Αὐτὸ ἔγινε γιὰ προφανεῖς ἀντιαρειανικοὺς λόγους: Ἀφοῦ κανεὶς δὲν γιόρταζε γενέθλια ἑνὸς ἀνθρώπου (ὅπως λ.χ. καὶ οἱ Νεοπλατωνικοὶ καὶ οἱ Πυθαγόρειοι δὲν τὰ γιόρταζαν), τὸ νὰ τὰ γιορτάζεις σήμαινε πολὺ ἁπλὰ ὅτι δηλώνεις πὼς ὁ ἑορταζόμενος δὲν ἦταν ἄνθρωπος ἀλλὰ θεός -δηλαδή, τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι διακήρυσσαν οἱ Ἀρειανοί. Ἄλλο ἂν σήμερα γιορτάζουμε καθένας τὰ γενέθλιά μας.





