Από τον Μωάμεθ τον Πορθητή στον Σουλεϊμάν: Η εδαφική επέκταση των Οθωμανών (15ος – 16ος αι.) και οι συνέπειές της

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ήταν μόνο η αρχή των κατακτήσεων που χαρακτήρισαν τη βασιλεία του Μωάμεθ του Πορθητή (Μεχμέτ Β΄). Στα επόμενα τριάντα χρόνια θα έχει ολοκληρωθεί η κατάκτηση της Βαλκανικής νοτίως της γραμμής Δούναβη-Σαύου και στη Μικρά Ασία θα έχουν ενσωματωθεί οι επικράτειες της Τραπεζούντας και του Καραμάν.

Η επόμενη μεγάλη επέκταση θα γίνει με τις κατακτήσεις του Σελίμ Α΄ στις αρχές του 16 αι. Η νίκη επί των Σαφαβιδών της Περσίας στη μάχη του Τσαλντιράν (1514) ανοίγει τον δρόμο για την προσάρτηση της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας. Με την εκστρατεία του 1516/17 ο Σελίμ καταλύει το κράτος των Μαμελούκων και θέτει υπό τον έλεγχό του τη Συροπαλαιστίνη και την Αίγυπτο, διπλασιάζοντας την έκταση του οθωμανικού κράτους.

Η οθωμανική δύναμη φτάνει στο απόγειό της επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520-66), αν και ορισμένες περιοχές θα κατακτηθούν από τους διαδόχους του. Η οθωμανική ισχύς, σε συνδυασμό με τον αναβρασμό που προκαλεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο η κήρυξη της Μεταρρύθμισης (1517), η έκρηξη των θρησκευτικών πολέμων και ο γαλλοαψβουργικός ανταγωνισμός, επιτρέπει στην αυτοκρατορία να παίξει καίριο ρόλο στη διεθνή σκηνή.

Συνέπειες της κατάκτησης των αραβικών περιοχών

Η σημαντικότερη ως προς τις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειές της κατάκτηση ήταν εκείνη της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου (1516-17). Η ενσωμάτωση της πάλαι ποτέ μαμελουκικής επικράτειας έθεσε υπό οθωμανικό έλεγχο πολυάνθρωπες περιοχές με μουσουλμανική πλειονότητα (πράγμα που άλλαξε τα έως τότε δημογραφικά δεδομένα), που ήταν κέντρα ισλαμικού πολιτισμού από την εποχή των αραβικών κατακτήσεων (7ος αι.), τους ιερούς τόπους του Ισλάμ (Μέκκα, Μεδίνα, Ιερουσαλήμ), πράγμα που ενίσχυσε το γόητρο των σουλτάνων και κατέστησε την αυτοκρατορία τον αδιαφιλονίκητο κληρονόμο της παράδοσης του χαλιφάτου, σε περιοχές με τεράστιους οικονομικούς πόρους και εξαιρετική σημασία για το
εμπόριο με τον Ινδικό Ωκεανό.

Παράλληλα, η κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Οθωμανούς είχε ευεργετικές συνέπειες στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας και στους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς της περιοχής. Στην εποχή των Μακελούκων (1254-1517) οι Χριστιανοί καταδιώκονταν συστηματικά, πράγμα που είχε οδηγήσει στη συρρίκνωση τον άλλοτε ακμαίο ελληνισμό της Αιγύπτου. Με την οθωμανική κατάκτηση εγκαταστάθηκαν πάλι στην Αλεξάνδρεια έλληνες πατριάρχες και η παρουσία των ελληνορθοδόξων στην Αίγυπτο ενισχύθηκε σημαντικά στους επόμενους αιώνες.


Σύγκρουση με τους Σαφαβίδες

Η επέκταση της αυτοκρατορίας προς ανατολάς στα τέλη του 15ου αι. έφερε τους Οθωμανούς αντιμέτωπους με τους Σαφαβίδες, τους σιίτες ηγεμόνες της Περσίας (1501-1722). Ο γενάρχης της σαφαβιδικής δυναστείας ήταν ηγέτης του ομώνυμου δερβισικού
τάγματος στο Αρνταμπίλ (βορειοδυτική Περσία, περιοχή με πλειονότητα Αζέρων). Οι διάδοχοί του συνέχισαν να ηγούνται του τάγματος, το οποίο ακολουθούσε τις διδαχές του σιιτικού Ισλάμ, αλλά απέκτησαν παράλληλα πολιτική εξουσία. Από τα μέσα του 15ου αι. οι Σαφαβίδες διευρύνουν την επιρροή τους μεταξύ των Τουρκομάνων της ανατολικής Μικράς Ασίας.

Στις αρχές του 16ου αι. ο Ισμαήλ Α΄ των Σαφαβιδών νικά τους Ακ Κογιουνλού, την τουρκομανική φυλετική ομοσπονδία που έλεγχε την Περσία και ανεβαίνει στον θρόνο. Χαρακτηριστικό της σύγκρουσης ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη
Σαφαβιδική Περσία, η οποία είχε ως κύρια διακυβεύματα αφενός την κυριαρχία στην περιοχή της Ταυρίδας (Ταμπρίζ) και του Καυκάσου και αφετέρου την κυριαρχία στη Μεσοποταμία και την έξοδο στον Περσικό Κόλπο (λιμάνι Βασόρας), υπήρξαν οι συνεχείς και πολύνεκροι πόλεμοι, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική και ιδεολογική αντιπαράθεση σουνιτών και σιιτών, η οποία συντάραξε ευρύτερα τη Μικρά Ασία.


Ιδεολογική αντιπαράθεση

Η άνοδος της σιιτικής δυναστείας των Σαφαβιδών προσέδωσε θρησκευτικό και ιδεολογικό χαρακτήρα στον ανταγωνισμό των δύο κρατών. Μετά την άνοδο στην εξουσία ο σάχης Ισμαήλ επιβάλλει στην επικράτειά του ως επίσημη θρησκεία το σιιτικό Ισλάμ. Προωθεί τον προσηλυτισμό μεταξύ των Τουρκομάνων της Μικράς Ασίας και υποκινεί αντιοθωμανικές εξεγέρσεις με μεσσιανικό χαρακτήρα. Οι οθωμανοί σουλτάνοι, στο πλαίσιο της σύγκρουσής τους με τους Σαφαβίδες, αναπροσδιορίζονται ως υπέρμαχοι της «ορθής πίστης», του σουνιτικού Ισλάμ, έναντι των «αιρετικών» σιιτών.

Κιζιλμπάσηδες

Η επιρροή και η θρησκευτική και πολιτική προπαγάνδα των Σαφαβιδών στη Μικρά Ασία, σε συνδυασμό με την αντίδραση των τουρκομανικών φυλών στις συγκεντρωτικές πρακτικές του οθωμανικού κράτους, καθώς και η γενικότερη δυσαρέσκεια διάφορων κοινωνικών ομάδων, υπέθαλψαν σειρά εξεγέρσεων σε όλη τη Μικρά Ασία. Σε εκείνες του 16ου αι. πρωταγωνιστούν οι κιζιλμπάσηδες, οι σιίτες οθωμανοί υπήκοοι και οπαδοί του σάχη, ενώ από τα τέλη του 17ου αι. τη σκυτάλη παίρνουν διάφοροι άλλοι, από λιποτάκτες στρατιώτες μέχρι εξεγερμένοι επαρχιακοί διοικητές, που έμειναν γνωστοί ως τζελαλήδες.
Παράλληλα με τους πολέμους εναντίον των Σαφαβιδών, οι Οθωμανοί προέβησαν σε εκστρατείες καταστολής κατά των μικρασιατών κιζιλμπάσηδων που είχαν συμμαχήσει (ή θεωρήθηκε πιθανό να συμμαχήσουν) με τους Σαφαβίδες.

Εκτός από τις εκτελέσεις των εξεγερμένων κιζιλμπάσηδων, οι οθωμανοί σουλτάνοι χρησιμοποίησαν και άλλα μέτρα για να αποσοβήσουν τον σιιτικό κίνδυνο. Αρχικά, μετοίκισαν πληθυσμούς κιζιλμπάσηδων από τη Μικρασία σε άλλες περιοχές
(Κύπρος, Πελοπόννησος, Βουλγαρία κλπ.). Έπειτα απαγόρευσαν τη θρησκευτική δράση και τις λατρευτικές τους πρακτικές
βάσει ιερονομικών γνωματεύσεων (φετβάδων) που καταδίκαζαν τους κιζιλμπάσηδες, και γενικότερα τους σιίτες, ως άπιστους.
Τέλος, εκτέλεσαν θρησκευτικούς ηγέτες και λογίους που υποστήριζαν ετερόδοξες απόψεις, οι οποίες δεν ήταν συμβατές με την επίσημη οθωμανική εκδοχή του Ισλάμ.


Η δυσπιστία έναντι των σιιτών και οι διώξεις συνεχίστηκαν στους επόμενους αιώνες (αν και όχι με την ίδια ένταση). Τον 17ο και 18ο αι. οι οθωμανικές αρχές επικέντρωσαν την προσοχή τους στο να ελέγξουν την πρόσβαση στα σιιτικά ιερά της Νατζάφ και της Καρμπάλα (οθωμανικό Ιράκ), και να ενισχύσουν το σουνιτικό Ισλάμ, ιδίως στη Μικρά Ασία, φροντίζοντας για την ίδρυση τζαμιών και την παρουσία θρησκευτικών και δικαστικών λειτουργών σε απομακρυσμένες περιοχές. Ωστόσο, την ίδια στιγμή υπήρχε ανοχή του σιιτικού δερβισικού τάγματος των μπεκτασήδων, που είχε προνομιακή σχέση με το σώμα των γενιτσάρων και δε θεωρήθηκε απειλή για το κράτος.

Πληροφορίες από : https://eclass.aegean.gr/modules/document/file.php/SA181/Othomanike_Autokratoria_Enotita_4.pdf

, , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 8   +   7   =