Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα: «Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος»

Εργασία της Παναγιώτας Δαυιδούλας Ν. Περήφανου*

Πρόλογος

Με πυξίδα το αρχειακό υλικό και την ψυχομετρία που αποπνέουν τα ελάχιστα εναπομείναντα έργα της πρώτης αναγνωρισμένης Ελληνίδας καλλιτέχνιδος στον χώρο της ζωγραφικής, Ελένης Μπούκουρη Αλταμούρα, ανακαλύψαμε μια φωτεινή γοητευτική γυναικεία μορφή με φλογερή και επαναστατική προσωπικότητα. Η Ελένη βίωσε με πάθος τη δική της γυναικεία Οδύσσεια σε ένα ατελείωτο ταξίδι ζωής με τελευταίο σταθμό το νησί των Σπετσών, εκεί όπου ξεκίνησαν και τελείωσαν όλα. Με ισχυρές πολιτισμικές καταβολές από το οικογενειακό της περιβάλλον, λάτρεψε τη τέχνη, κατέρριψε τα ταμπού και τα συντηρητικά κατεστημένα του 19ου αιώνα, σπούδασε στο εξωτερικό, ερωτεύτηκε με πάθος και επέστρεψε στην αγαπημένη της γωνιά έμπνευσης και προσωπικής έκφρασης, όπου και απεβίωσε. Αν η αιωνιότητα ήταν πίνακας ζωγραφικής, σίγουρα, θα έφερε την υπογραφή της Αλταμούρα.

Για την εκπόνηση αυτής της τόσο ευαίσθητης και ιδιαίτερης εργασίας, την οποία καθηλωτικά απήλαυσα, επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά τον καθηγητή μου Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, κ. Θανάση Χρήστου για την πάντα ευγενική παρουσία και υποστήριξη του. Επίσης, ευχαριστώ από καρδιάς τη φίλη και συνοδοιπόρο μου στα ταξίδια άλλων εποχών Σοφία Περδικάρη για τις πάντα εύστοχες καλλιτεχνικές της ιδέες και ανησυχίες.

Εισαγωγή

Σε ένα σύντομο βιογραφικό και εικαστικό οδοιπορικό, επιχειρούμε να σκιαγραφήσουμε μια μυθιστορηματική μορφή της νεοελληνικής τέχνης, τη ζωγράφο Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα. Ανήσυχο και δραστήριο πνεύμα, γόνος καλής οικογένειας του 19ου αιώνα, έδειξε από νωρίς τις καλλιτεχνικές της αναζητήσεις και το ταλέντο της. Η ορμή του ενθουσιασμού της ξεπέρασε τους ακαδημαϊκούς περιορισμούς της τέχνης και την οδήγησε σε μια έκρηξη καλλιτεχνικών και προσωπικών συναισθημάτων. Η Ε. Αλταμούρα κατάφερε να υπερπηδήσει τις αναστολές της εποχής, να παραβιάσει το απαγορευμένο, να αλλάξει ταυτότητα και να μεταμφιεστεί σε άντρα, προκειμένου να διεκδικήσει τα όνειρα της. Υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος που δίδαξε στο «Αρσάκειο», ενώ η καλλιτεχνική της φόρμα γαλούχησε τις μεταγενέστερες γενιές καλλιτεχνών.

Η παρούσα εργασία χωρίζεται σε τρία κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει σε αδρές γραμμές τα χαρακτηριστικά της ελληνικής εικαστικής τέχνης του 19ου αιώνα. Το δεύτερο είναι αφιερωματικό στην πολυτάραχη ζωή και δράση της Ελένης Αλταμούρα και το τρίτο αποτυπώνει τη ζωηρή και τολμηρή καλλιτεχνική της φύση με μια επιλογή από τα κυριότερα διασωθέντα έργα της.

Α΄ Κεφάλαιο – Η ελληνική ζωγραφική του 19ου αιώνα

Χαρακτηριστικά και επιρροές

Ο 19ος αιώνας αποτελεί μία εξόχως σημαντική χρονική περίοδο καίριων ανακατατάξεων, τόσο στο ευρωπαϊκό, όσο και στο ελληνικό γίγνεσθαι. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ο τομέας της τέχνης, ο οποίος ακολουθεί ανάλογα βήματα με την ιστορική, κοινωνική πορεία κάθε τόπου. Το ξεκίνημα του αιώνα βρίσκει την Ελλάδα σε επαναστατικό αναβρασμό και κινητοποίηση, ενώ μετά την απελευθέρωσή της προκύπτει ως επιβεβλημένη ανάγκη, η δημιουργία μίας εθνικής σχολής τέχνης, μέσα από την οποία θα αναδειχθεί το νεόκοπο ελληνικό γένος. Ωστόσο, η πολύχρονη τουρκική κυριαρχία έχει επηρεάσει βαθιά το πολιτισμικό γίγνεσθαι και οι μοναδικές μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας που έχουν μείνει ανεπηρέαστες και αναλλοίωτες είναι αυτές της μεταβυζαντινής αγιογραφίας και της λαϊκής παράδοσης. Η αδυναμία που προκύπτει από αυτό το γεγονός είναι ικανή να ωθήσει μεγάλο μέρος καλλιτεχνών στην Ευρώπη, προκειμένου να μαθητεύσουν στις εκεί σχολές και να αντλήσουν εμπνεύσεις από την ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή καλλιτεχνική σκηνή.

Η Ακαδημία του Μονάχου αποτελεί τον βασικό πόλο έλξης για τους καλλιτέχνες της Ελλάδας, γεγονός που δεν προκύπτει τυχαία, καθώς οι χώρες της Ελλάδας και της Βαυαρίας έχουν συνάψει ισχυρές σχέσεις και δεσμούς, λόγω της βασιλείας του Όθωνα (1815-1867), μέλους της βασιλικής βαυαρικής οικογενείας. Αφού ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στην Ακαδημία, οι καλλιτέχνες επιστρέφουν στην πατρίδα τους και αναλαμβάνουν να διδάξουν ως καθηγητές στο Σχολείο των Τεχνών με έδρα την Αθήνα, το οποίο είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του από το 1836. Ο Ακαδημαϊσμός της Σχολής του Μονάχου αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία που συνδυάζει ποικιλία ρευμάτων, ωστόσο για να αξιολογηθεί επιτυχώς από ακαδημαϊκής πλευράς μία εικαστική δημιουργία, οφείλει να προβάλει και να αναπτύσσει ένα συγκεκριμένο πρότυπο που να συνδέεται με την απαγκίστρωση της Ελλάδας από το πολιτιστικό παρελθόν της, αλλά και να παραπέμπει σε μία παράλληλη στροφή προς ένα δυτικότροπο πλαίσιο κοινωνικής οργάνωσης.

Πέρα από την απόπειρα της δημιουργίας μιας μεγάλης, ομοιογενούς εθνικής σχολής τέχνης, το διάστημα αυτό εμφανίζονται καλλιτέχνες, όπως η Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα που, μεμονωμένα, μεταναστεύουν στη Δύση, ειδικότερα στην Ιταλία ή τη Γαλλία και σπουδάζουν στις εκεί εικαστικές σχολές. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του αιώνα, η Ευρώπη και οι καλλιτέχνες της επιδιώκουν να απαγκιστρωθούν από το νεοκλασικιστικό πρότυπο της προηγούμενης περιόδου και να κατευθυνθούν προς μια πιο συναισθηματική και, γενικότερα, μια πιο πνευματική άποψη και θέαση, τόσο για ζητήματα τέχνης, όσο και ζωής. Κατά την πάροδο του χρόνου και, καθώς η Ευρώπη διανύει την περίοδο της δημιουργίας των εθνών-κρατών, παρατηρείται έντονη παρουσία του εθνικιστικού στοιχείου. Οι καλλιτέχνες, από την πλευρά τους, προσανατολίζονται σε κατευθύνσεις με έντονα στοιχεία ρομαντισμού και εξιδανίκευσης της ιστορικής πραγματικότητας, ενώ παράλληλα, αποκτούν συνειδητότητα της ταυτότητάς τους και του καλλιτεχνικού τους έργου. Οι δημιουργίες τους αποτελούν το όχημα και το εργαλείο, μέσω του οποίου εκφράζουν τη μοναδικότητά τους, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις τους και αντιτάσσονται στο κοινωνικό κατεστημένο, απωθώντας τις ιδανικές και αυστηρές μορφές και υιοθετώντας πιο ελεύθερες, πρωτότυπες και αυθόρμητες παραστάσεις, εμπνεόμενες από εσωτερικότητα, φαντασία και μαγεία.

Από την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα και μετά, έως περίπου τα μέσα του επόμενου αιώνα, οι εικαστικές τέχνες στην Ελλάδα διανύουν μία σημαντική πορεία, στη βάση της οποίας υπάρχει ως πρότυπο η τέχνη που προκύπτει από τη Σχολή των Καλών Τεχνών. Στο συγκεκριμένο ίδρυμα, ο μαθητευόμενος καλλιτέχνης διδάσκεται, αρχικά, την τέχνη του σχεδίου, ενώ ακολούθως μαθαίνει να αξιοποιεί το χρώμα ως υλικό και ως μέσο έκφρασης. Παράλληλα, εξασκείται να ζωγραφίζει με προοπτική και να χρησιμοποιεί τη δύναμη του φωτός για να επιτυγχάνει σκιάσεις στις διάφορες απεικονίσεις του. Τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα του 19ου αιώνα, τόσο ως προς τα θέματά τους, όσο και ως προς τα εκφραστικά μέσα τους, αποτελούν πρότυπα ακαδημαϊκής τέχνης εμφορούμενα από συναισθηματισμό και υψηλή αισθητική.

Β΄ Κεφάλαιο – Η πολυτάραχη ζωή της Ελένης Μπούκουρη Αλταμούρα

2.1. Τα πρώτα χρόνια της ζωγράφου

Η Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα (1821-1900), γεννημένη στις Σπέτσες, υπήρξε η πρώτη Ελληνίδα επαγγελματίας ζωγράφος που πραγματοποίησε συστηματικές σπουδές στην εικαστική τέχνη. Ήταν η πρωτότοκη κόρη του καπετάνιου Ιωάννη Μπούκουρη, αγωνιστή της επανάστασης και ιδρυτή του πρώτου θεάτρου της Αθήνας, Θέατρο Μπούκουρη. Τα πρώτα μαθητικά της χρόνια τα έζησε στο Ναύπλιο, στην τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας, ενώ αργότερα φοίτησε στο Παρθεναγωγείο Χίλλ. Από πολύ νωρίς είχε δείξει το ταλέντο της και την κλήση της στη ζωγραφική, έχοντας υποστηριχτή και συμπαραστάτη τον ίδιο της τον πατέρα, κόντρα στους αυστηρούς κώδικες ηθικής της εποχής.

Σε άρθρο της η Καλλιρροή Παρρέν (1861-1940) στην Εφημερίς των Κυρίων το 1890 για την Ε. Αλταμούρα, χαρακτηριστικά αναφέρεται πως κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Παρθεναγωγείο, συγκέντρωνε τα απομεινάρια των κεριών κρυφά, με σκοπό να έχει φως κατά τη διάρκεια της νύχτας και με αυτόν τον τρόπο να μπορεί να ζωγραφίζει, δίχως να γίνεται αντιληπτή από τους υπόλοιπους, καθώς της είχε απαγορευτεί να ζωγραφίζει και, ενώ εκείνη δεν υπάκουσε της επιβλήθηκε τιμωρία. Η απαγόρευση και η τιμωρία της ήταν αποτέλεσμα του ιδιαίτερου τρόπου της ζωγραφικής της, αφού εκείνη δεν έμεινε στις νόρμες που οι κοινωνικές συμβάσεις της εποχής και κατ’ επέκταση οι εκπαιδευτές της απαιτούσαν.

Ωστόσο, ο πατέρας της ο οποίος ήταν σημαντικός αρωγός στη μόρφωση και στις σπουδές της, προσέλαβε οικοδιδάσκαλο προκειμένου να συνεχίσει τα μαθήματα ζωγραφικής στο σπίτι. Ο δάσκαλος της φαίνεται να ήταν ο Ιταλός ζωγράφος Ραφαήλ Τσέκολι (Τσέκολης), (Ceccoli Raffaello, Νάπολη π. 1800- Λονδίνο β΄ μισό του 19ου αι.) καθηγητής στο νεοσύστατο Σχολείο των Τεχνών. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημαντικό σταθμό της ζωής και της καριέρας της Αλταμούρα, καθώς δίπλα στον Τσέκολι, όπως αναφέρει η βιογράφος της Αθηνά Ταρσούλη (1884-1975), διδάχτηκε την αυστηρή πειθαρχία του ρεύματος του ακαδημαϊσμού, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τον αυθορμητισμό και τη ζωντάνια που είχαν τα έργα της.

Το γεγονός ότι μαθήτευσε δίπλα στον Τσέκολι πιθανότατα να την είχε επηρεάσει ιδιαίτερα, καθώς ο Ιταλός ζωγράφος ήταν πολιτικός φυγάς και φαίνεται να είχε μείνει κάποιο διάστημα στο σπίτι του Στρατηγού Μακρυγιάννη (1797-1864) και πληροφορίες τον θέλουν να ήταν ένας από τους έντεκα ένοπλους άνδρες που είχαν κλειστεί στο σπίτι του Στρατηγού και είχαν πολιορκηθεί από τη χωροφυλακή τις παραμονές της επανάστασης της Γ΄ Σεπτεμβρίου (1843). Παράλληλα, ο Τσέκολι ήταν ιδρυτικό μέλος της Καλλιτεχνικής Εταιρίας της Ελλάδος μαζί με τον μετέπειτα γενάρχη της λογοτεχνίας και εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό (1798-1857).

2.2. Η Ελένη Αλταμούρα στην Ιταλία

Γύρω στα 30 της χρόνια το 1848 μεταβαίνει στην Ιταλία συνοδευόμενη από τον πατέρα της για σπουδές στη ζωγραφική. Την απόφαση αυτή φαίνεται να την πήρε ο ίδιος ο πατέρας της, ύστερα από παραινέσεις του Ιταλού δασκάλου της. Ωστόσο, προκειμένου να ταξιδέψει στην Ιταλία για σπουδές έπρεπε να απαρνηθεί τη γυναικεία της ταυτότητα και για αυτόν τον λόγο μεταμφιέστηκε σε άνδρα (εικ. 1), καθώς απαγορευόταν την εποχή εκείνη για τις γυναίκες να σπουδάζουν. Υιοθέτησε το ανδρικό όνομα Ιωάννης Χρυσίνης και έφτασε στη Ρώμη για να φοιτήσει στη Σχολή των Ναζαρηνών που ήταν ένα καλλιτεχνικό ρεύμα με ιδεαλιστική προσέγγιση.

Εικόνα 1: Η Ελένη Αλταμούρα μεταμφιεσμένη σπούδασε στο εξωτερικό ως Ιωάννης Χρυσίνης.

Η καλλιτεχνική κίνηση των Ναζαρηνών είχε αφετηρία της τη Βιέννη το 1809. Ιδρύθηκε από Γερμανούς ζωγράφους, οι οποίοι μεταβαίνουν την επόμενη χρονιά στη Ρώμη. Η καλλιτεχνική τους δημιουργία στόχευε στην απομάκρυνση από τον δογματισμό του ακαδημαϊκού προτύπου, ενώ παράλληλα επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια εικαστική τέχνη, η οποία να βασίζεται σε χαρακτηριστικά ηθικά, θρησκευτικά και πατριωτικά. Οι Ναζαρηνοί ζωγράφοι ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη μελέτη των καλλιτεχνών της ύστερης εποχής του Μεσαίωνα και αυτόν της πρώιμης Αναγέννησης, ενώ με τη τέχνη τους προσπάθησαν να επαναφέρουν τη λαμπρότητα ενός ένδοξου παρελθόντος επιλέγοντας να κάνουν χρήση αυστηρών μορφών, ξεκάθαρων περιγραμμάτων και ιδιαίτερων χρωματικών αποχρώσεων. Η τεχνοτροπία ήταν πολύ αυστηρή και εμφάνιζε έντονη επιρροή από τον ζωγράφο Ραφαήλ (Ραφαέλο Σάντσιο ντα Ουρμπίνο, Raffaello Sanzio da Urbino 1483-1520), ενώ παράλληλα η θεματολογία τους αντλήθηκε από θρησκευτικές, ιστορικές και μυθικές καταβολές με κύρια έμφαση στον ηθικό χαρακτήρα τους. Ουσιαστικά, οι Ναζαρηνοί επηρεάστηκαν από τα κραταιά καλλιτεχνικά ρεύματα του 19ου αιώνα, αυτό του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού και δημιούργησαν μια νέα τεχνοτροπία, προκειμένου να αντιδράσουν και να διαμαρτυρηθούν απέναντι στις υφιστάμενες τάσεις της εποχής τους.

Το 1850 και, μετά από συστάσεις των δασκάλων της, μεταβαίνει στη Φλωρεντία για σπουδές στην Accademia di Belle Arti και εκεί γνωρίζει τον μελλοντικό της σύζυγό και ζωγράφο Φραντσέσκο – Σαβέριο Αλταμούρα, ο οποίος στο παρελθόν είχε φυλακιστεί ως αρχηγός αντιβασιλικών διαδηλώσεων και ζούσε εκεί ως πολιτικός πρόσφυγας. Καθώς τα στοιχεία των βιογραφιών, τόσο της Ελένης, όσο και του Σαβέριο διαφέρουν, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πώς ακριβώς συναντήθηκαν, ωστόσο ο κοινός παρανομαστής και των δύο ιστοριών είναι το γεγονός ότι η Ελένη πλησίασε τον Σαβέριο ως άντρας. Τελικά, οι δύο τους ερωτεύτηκαν και έζησαν μαζί πριν παντρευτούν. Απέκτησαν τρία παιδιά, τα δύο εκτός γάμου, τον Ιωάννη, ο οποίος αργότερα έγινε καταξιωμένος ζωγράφος (εικ. 2) και τη Σοφία, η οποία πήρε το όνομα της από τη μητέρα του Σαβέριο, την ελληνικής καταγωγής Σοφία Περηφάνου. Το τρίτο και νόμιμο παιδί τους ήταν ο Αλέξανδρος που και αυτός με τη σειρά του έγινε ζωγράφος. Η Ελένη, προκειμένου να παντρευτεί αναγκάστηκε να αποκηρύξει εγγράφως την ορθοδοξία και να ασπαστεί, αφού πρώτα κατηχηθεί, τον καθολικισμό. Για τον λόγο αυτό έπρεπε αρχικά να κάνει μαθήματα κατήχησης και κατόπιν να απαρνηθεί επισήμως το ορθόδοξο δόγμα. Είναι πολύ πιθανό η Ε. Αλταμούρα να βρέθηκε εκείνη την εποχή σε αρκετά δύσκολη θέση, καθώς η οικογένεια της και ειδικότερα ο πατέρας της την είχε γαλουχήσει με αρκετά υψηλά εθνικά ιδεώδη. Με κάθε ευκαιρία μιλούσε με ενθουσιασμό και υπερηφάνεια για την ελληνική επανάσταση στους Ιταλούς φίλους και συναδέλφους, δεδομένου ότι την περίοδο εκείνη η Ιταλία βρισκόταν σε επαναστατική περίοδο. Ωστόσο, και προκειμένου να δρομολογηθεί ο γάμος με τον αγαπημένο της Σαβέριο, η Ελένη όφειλε να απαρνηθεί την ορθοδοξία, γεγονός που πραγματοποιείται στις 6 Απριλίου 1853 με την εξής δήλωση: «Εγώ η Ελένη Μπούκουρη Ελληνίδα σχισματική, ανύπαντρη ηλικίας 26 χρονών, καθομολογώ ενώπιον της Αγίας Τριάδος, όλης της επουράνιας ακολουθίας και των παρευρισκομένων μαρτύρων ότι μετανοώ μ’ όλη μου την καρδιά για όλες τις πλάνες μου έναντι της αγίας μητρός καθολικής αποστολικής ρωμαϊκής εκκλησίας, τις οποίες αποκηρύσσω καθ’ ολοκληρίαν κι ορκίζομαι στην Αγία Γραφή και υπόσχομαι από τώρα και στο εξής να τις αντιμετωπίζω με φρίκη και αποτροπιασμό, με τη χάρη του Θεού, και να μην έχω ουδέποτε άλλο πιστεύω από αυτό που τώρα είμαι έτοιμη να ομολογήσω δημοσίως» .

Εικόνα 2: Αυτοπροσωπογραφία του θαλασσογράφου καλλιτέχνη Ιωάννη Αλταμούρα

Τελικά το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1853 στη Φλωρεντία, ενώ από την πλευρά της οικογένειας της Ελένης παρευρέθηκε μόνο ο αδελφός της που σπούδαζε στη Μασσαλία. Ο γάμος αυτός δεν έμελε να κρατήσει πολύ και το 1856 ο Σαβέριο εγκατέλειψε την Ελένη για την Αγγλίδα ζωγράφο Τζέιν Χέι, η οποία ήταν ερωμένη του και φίλη της συζύγου του, παίρνοντας μαζί του και τον τελευταίο τους γιο τον Αλέξανδρο, ο οποίος ήταν μωρό ακόμη. Την επόμενη χρονιά η Ε. Αλταμούρα επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τα δύο της παιδιά, παίρνοντας, παράλληλα κοντά της και τα έργα τέχνης της.

2.3. Η επιστροφή της Αλταμούρα στην Ελλάδα

Στην πατρίδα, πλέον η Ε. Αλταμούρα προκύπτει, σύμφωνα με πληροφορίες ότι ζωγραφίζει λιγότερο, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει την τέχνη της. Εργάστηκε ως ζωγράφος, ενώ εντάχθηκε ισότιμα με τους άνδρες συναδέλφους της στα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας. Αρχικά, έμεινε με τους γονείς της στην Πλάκα και ξεκίνησε να παραδίδει μαθήματα ζωγραφικής στη βασίλισσα Όλγα (1851-1926). Από το 1862 έως το 1868 παρέδιδε μαθήματα ιχνογραφίας στις εσωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου. Όμως και εξαιτίας της κλονισμένης υγείας της δεν μπορούσε να αναλάβει τις εξωτερικές μαθήτριες του παρθεναγωγείου. Η Ε. Αλταμούρα στην Αθήνα εκλέχθηκε μέλος της ελλανοδίκου επιτροπής μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα (1832-1904) στη Β΄ Έκθεση Ολυμπίων το 1870. Υπάρχουν, παράλληλα και πληροφορίες για την εκλογή της στην Α΄ Έκθεση, που ωστόσο παραμένουν ανεπιβεβαίωτες. Η συμμετοχή της και η εκλογή της σε αυτές τις επιτροπές σηματοδοτεί την εκτίμηση και την αναγνώριση που απολάμβανε στον καλλιτεχνικό κύκλο της Αθήνας, γεγονός αξιοσημείωτο για μια γυναίκα ζωγράφο τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1870 η καλλιτεχνική δραστηριότητα της Αλταμούρα διακόπτεται, καθώς τα δύο της παιδιά αρρωσταίνουν από φυματίωση και πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο στις Σπέτσες, όπου ζούσαν τα τελευταία χρόνια. Μετά το θάνατο του γιού της Ιωάννη το 1878, η Ελένη ζούσε απομονωμένη και με επιβαρημένη υγεία και φαίνεται να έκαψε τα έργα της σε μια μεγάλη φωτιά που άναψε μόνη της στο σπίτι της στις Σπέτσες (εικ. 3). Έζησε εκεί μέχρι και το θάνατο της, αντιμετωπίζοντας, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα, ενώ φαίνεται να ασχολούνταν και με τον πνευματισμό. Η Ε. Αλταμούρα πέθανε τον Μάρτιο του 1900, κηδεύτηκε στις Σπέτσες και αργότερα τα οστά της μεταφέρθηκαν στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δίπλα στην «Κοιμωμένη» (εικ. 4).

Εικόνα 3: Η αρχοντική οικία της οικογένειας Μπούκουρη στις Σπέτσες με χαρακτηριστικά βενετσιάνικα φανάρια στην είσοδο.
Εικόνα 4: Ο τάφος της ζωγράφου και των δύο παιδιών της

Μεγάλος αριθμός των έργων της καταστράφηκαν, αρχικά από την ίδια, μετά τον θάνατο των παιδιών της, κατόπιν από μια πλημμύρα που έγινε σε έναν μύλο κοντά στον ποταμό Ιλισσό, μέρος της φύλαξης τους. Έργα της πουλήθηκαν ή υπεξαιρέθηκαν από διάφορους επιτηδείους κατά τη διάρκεια της ζωής της, ενώ κάποια άλλα καταστράφηκαν μετά τον θάνατο της από τον αδελφό της και τέλος κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής, καθώς το σπίτι όπου ζούσε η Ε. Αλταμούρα στις Σπέτσες επιτάχθηκε από τους Ιταλούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ελάχιστα έργα της έχουν σωθεί, εκ των οποίων, έξι ελαιογραφίες, κάποια λίγα γύψινα προπλάσματα, αρκετά χειρόγραφα σχέδια, ενώ στο Αρσάκειο βρίσκεται μια προσωπογραφία η οποία πιθανότητα απεικονίζει τον εαυτό της (εικ. 5).

Εικόνα 5: Πορτραίτο της Ελένης φιλοτεχνημένο από τον σύζυγό της Σαβέριο Αλταμούρα

Γ΄ Κεφάλαιο – Η εργογραφία της Αλταμούρα

3.1. Απελπισία

Στα σωζόμενα έργα της Αλταμούρα κυριαρχεί κατά βάση η γυναικεία φιγούρα. Υπάρχουν έργα, τα οποία είναι αυτοπροσωπογραφίες της ίδιας της καλλιτέχνιδος, είτε άλλες μορφές γυναικών. Το γνωστότερο, ίσως έργο της είναι η βραβευμένη ελαιογραφία Απελπισία (εικ. 6), η οποία πιθανότατα να φιλοτεχνήθηκε το 1852, σύμφωνα με μια επιγραφή που βρίσκεται δεξιά στο κάτω μέρος της σύνθεσης. Στον συγκεκριμένο πίνακα εμφανίζεται η μορφή μιας νεαρής γυναίκας, η οποία είναι ντυμένη με ένα ανοιχτόχρωμο ποδήρη χιτώνα, ο οποίος καλύπτει ολόκληρο το σώμα της, καθώς επίσης ανεμίζει στους ώμους της μια εσάρπα, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη κίνηση στην εικόνα μαζί με τα μαλλιά της που ανεμίζουν επίσης. Η βιογράφος της καλλιτέχνιδος Α. Ταρσούλη, θέλοντας να περιγράψει την εικονιζόμενη γυναίκα του πίνακα, αναφέρει ότι αυτή στέκεται «συσπειρωμένη» και βρίσκεται «σ’ ένα τρικυμισμένο σκοτεινό τοπίο», ενώ «ρίχνει βλέμματα γεμάτα θλίψη, φόβο, αγωνία».

Εικόνα 6: Ε. Μπούκουρη Αλταμούρα, Απελπισία (1852), ελαιογραφία, 116 Χ 95 εκ.. Ιδιωτική συλλογή Αθήνα

Το συγκεκριμένο έργο έχει βαθιές επιδράσεις από τη Σχολή των Ναζαρηνών, όπου φοιτούσε η Αλταμούρα και αντλεί την έμπνευση του πιθανότατα από τον ζωγράφο Ραφαήλ, τον οποίο αγαπούσαν ιδιαίτερα οι Ναζαρηνοί. Η θεματογραφία του είναι αλληγορική, αφού η Αλταμούρα επιχειρεί να προσωποποιήσει το αίσθημα της απελπισίας. Η εικαστική αυτή δημιουργία χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, δωρικότητα και, παράλληλα αποπνέει μια έντονη εσωτερικότητα. Στοιχεία του έργου, όπως ο όγκος και η κλίση του σώματος, η έντονη πλαστικότητα του ενδύματος, η ευγένεια, η φινέτσα της γυναικείας φιγούρας και τα ιδιαίτερα έντονα χρώματα προβάλλουν και αναδεικνύουν ένα αμάλγαμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, ρεύματα που τη συγκεκριμένη εποχή μεσουρανούσαν στην ευρωπαϊκή και κυρίως στην ιταλική τέχνη. Παρατηρώντας κανείς τη θλιμμένη έκφραση της γυναίκας του πίνακα και τη συναισθηματικότητα που προκύπτει μέσα από αυτή και το γεγονός ότι η σκηνή παρουσιάζεται ως μέρος της φύσης, η οποία εμφανίζεται με ένταση, αντιλαμβάνεται την έντονη επίδραση από το ρομαντικό στοιχείο. Η θάλασσα κυριαρχεί στο βάθος της σκηνής και ενδεχομένως αυτό να παραπέμπει στην πατρίδα της Ε. Αλταμούρα στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο νησί της στις Σπέτσες.
Αρκετοί μελετητές του έργου της Αλταμούρα θεωρούν ότι η συγκεκριμένη σύνθεση αντλεί την έμπνευση της από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Ε. Αλταμούρα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ωστόσο, αυτό που είναι γνωστό για τη συγκεκριμένη εποχή είναι ότι αποτελεί μια ευχάριστη αναλαμπή, τόσο για την καλλιτέχνιδα, όσο και για τη γυναίκα Αλταμούρα. Όμως, παράλληλα, την ίδια εποχή είχε να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί το ζήτημα του γάμου της, ο οποίος για να πραγματοποιηθεί ήταν απαραίτητο για την Ελένη να αποκηρύξει το ορθόδοξο δόγμα και να ασπαστεί τον καθολικισμό. Όπως προκύπτει και από την αυτοβιογραφία του συζύγου της, η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτούσε χρόνο και ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική και επίπονη για την ίδια. Έτσι, ενδεχομένως η καλλιτέχνιδα μέσα από αυτό το έργο της επιχειρεί να ενσαρκώσει και να εκφράσει το δικό της προσωπικό συναίσθημα της απελπισίας για τη μακρόχρονη και ιδιαίτερα επώδυνη διαδικασία, τόσο της κατήχησης, όσο και της αντίστοιχης ομολογίας πίστης στον καθολικισμό, μια διαδικασία που την απομάκρυνε και την εμπόδιζε από το γάμο που επιθυμούσε τόσο πολύ να κάνει.

3.2. Αυτοπροσωπογραφία

Η ελαιογραφία με το όνομα Αυτοπροσωπογραφία (εικ. 7) χρονολογείται περίπου στα 1850. Πιθανότατα να είναι και η παλαιότερη από αυτές που έχουν διασωθεί. Απεικονίζεται η ίδια η καλλιτέχνιδα να είναι καθιστή προς τα δεξιά σε σχέση με τον θεατή, μπροστά σε ένα καβαλέτο και να ζωγραφίζει, χωρίς ωστόσο να διακρίνεται τι ακριβώς περιλαμβάνει η σύνθεση της. Στο αριστερό χέρι κρατάει την παλέτα με τα χρώματα, ενώ διακρίνονται οι αποχρώσεις του κόκκινου και του λευκού πάνω σε αυτή. Η φρεσκάδα και η νεανικότητα του προσώπου παραπέμπει στο νεαρό της ηλικίας της καλλιτέχνιδος, αλλά η ασκητική ενδυμασία, το κάλυμμα του κεφαλιού και το λευκό περιλαίμιο θυμίζουν τα αντίστοιχα των Ναζαρηνών δασκάλων της.

Εικόνα 7: Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα, Αυτοπροσωπογραφία (1850), 33,5 Χ 26 εκ. Ιδιωτική συλλογή Αθήνα

Όπως προκύπτει από την πιθανή ημερομηνία χρονολόγησης της ελαιογραφίας, η Ε. Αλταμούρα ζωγραφίζει την αυτοπροσωπογραφία της στα πρώτα καλλιτεχνικά της βήματα, στην αυγή της καριέρας της, γεγονός που θυμίζει τις γυναίκες ζωγράφους του 16ου και 17ου αιώνα. Γενικότερα όλοι οι καλλιτέχνες επιχειρούν μέσω της αυτοπροσωπογραφίας τους να αναδείξουν την αυτενέργεια τους, την αυτοσυνειδησία τους και την ανώτερη κοινωνική τους θέση, πόσο δε μάλλον οι γυναίκες καλλιτέχνιδες που αισθάνονται την ανάγκη και επιθυμούν να αντιδράσουν στην επιβεβλημένη κυριαρχία των ανδρών συναδέλφων τους. Η Ε. Αλταμούρα έχει ήδη επαναστατήσει με την ίδια τη ζωή της, αφού έχει κάνει την υπέρβαση, φεύγοντας από το πατρικό της σπίτι και μεταμφιεσμένη σε άνδρα σπουδάζει μακριά από την πατρίδα, συνεπώς με το έργο αυτό επιχειρεί και με συμβολικό τρόπο να διακηρύξει την εναντίωση της στις καθιερωμένες αξίες. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι δεν μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει το φύλο του εικονιζόμενου προσώπου, καθώς η επιλογή του ενδύματος δεν επιτρέπει να φαίνονται οι λεπτομέρειες του γυναικείου σώματος και επιπλέον τα μαλλιά κάτω από τον σκούφο φαίνονται να είναι κοντά. Η επιλογή αυτή της Ε. Αλταμούρα αναδεικνύει και τονίζει την αγάπη και το πάθος της για την τέχνη της και όχι τη νεανικότητα και τη θηλυκότητα της. Ο ξεκάθαρος στόχος της καλλιτέχνιδος είναι να προβάλει τη δουλειά της και μέσα από αυτό το έργο να αυτοπροσδιοριστεί.

3.3. Σκηνή από την κόλαση του Δάντη

Μια ακόμη ελαιογραφία της Ε. Αλταμούρα είναι το έργο Σκηνή από την κόλαση του Δάντη, το οποίο αντλεί την έμπνευση του, όπως είναι εμφανές από τη μεσαιωνική λογοτεχνία, αντικείμενο αγαπημένο της Ρομαντικής Σχολής. Σε πρώτο πλάνο εμφανίζονται δύο γυναικείες φιγούρες με λυτά μακριά μαλλιά, η μία αγκαλιά στην άλλη, ενώ είναι δυνατόν για τον θεατή να διακρίνει τον έντονο πόνο που αποπνέουν και οι δύο. Χαρακτηριστικά η Α. Ταρσούλη αναφέρει ότι απεικονίζονται: «δύο λυσίκομες γυναίκες, η μία ακουμπισμένη στο στήθος της άλλης, σαν δύο πονεμένες Μαγδαληνές. Το τοπίο εναρμονίζεται με την ψυχολογία τους, τα χρώματα ενώνουν με πολλή ευαισθησία τους σκιερούς τόνους του φόντου με τις σαν από χρυσές αχτίνες φωτισμένες θλιμμένες μορφές, σαν από κάποιο φως απολυτρωτικό, ενώ μακριά στο βάθος φαίνεται ο Δάντης με την ακολουθία του σα φευγαλέα οπτασία». Παρατηρώντας τον πίνακα και με τη βοήθεια των γραφομένων της Α. Ταρσούλη, ο θεατής επισημαίνει την έντονη αντίθεση μεταξύ φωτός και σκοταδιού που πρωταγωνιστεί στην ελαιογραφία. Στο πίσω μέρος και πάνω, απεικονίζεται ο Δάντης (Dante Alighieri, 1265-13121) με τον λατίνο ποιητή Βιργίλιο (Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων, 70 π.Χ.-19π.Χ.) και τη συνοδεία τους, οι οποίοι έχουν ανέβει σε ένα ξέφωτο, κοιτάζοντας κάτω την κοιλάδα του Άδη, όπου βρίσκονται οι δύο γυναίκες που πρωταγωνιστούν στη σύνθεση.

Ο τίτλος του έργου παραπέμπει εμφανώς στον θάνατο και παρατηρώντας το βλέπουμε και τους συμβολισμούς του θανάτου, όπως είναι αυτός της κοιλάδας του Άδη, όπου διαδραματίζεται η συνολική σκηνή. Ωστόσο, παρατηρώντας τις δύο γυναικείες θλιμμένες μορφές, διαπιστώνουμε πως το πάνω μέρος του σώματος τους εμφανίζεται γυμνό και αποκαλύπτεται το στήθος τους, εικόνα που παραπέμπει ως συμβολισμός στην ίδια τη ζωή, καθώς από το στήθος ο άνθρωπος λαμβάνει την πρώτη του τροφή. Επιπλέον, οι γυναίκες όπως έχουν ακουμπήσει η μία πάνω στην άλλη μοιάζουν να αναζητούν αμφότερες ψυχολογικό στήριγμα, αντιμετωπίζοντας τον φόβο του θανάτου. Τα καθαρά περιγράμματα που χρησιμοποιεί η Ε. Αλταμούρα στο συγκεκριμένο έργο, έχουν επηρεαστεί από την τεχνική των Ναζαρηνών δασκάλων της, οι οποίοι τα χρησιμοποιούσαν ως μέσο για να εκφράσουν την αλήθεια, ενώ παράλληλα τα χρώματα του πίνακα, ειδικότερα αυτά που αποτυπώνονται στη σύνθεση των δύο γυναικών λειτουργούν, όπως και στους Ναζαρηνούς, με τρόπο συμβολικό προκειμένου να αποδοθεί η αίσθηση μιας μεταφυσικής ατμόσφαιρας. Τέλος, το θέμα το οποίο αντλείται από το έργο του Δάντη βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με το πνεύμα της εποχής της Ε. Αλταμούρα, καθώς πολλοί ρομαντικοί καλλιτέχνες έχουν ασχοληθεί και έχουν αποτυπώσει στα έργα τους σκηνές της Θείας Κωμωδίας .

Ο αγαπημένος πατέρας της καλλιτέχνιδος καπετάν Ι. Μπούκουρης έφυγε από τη ζωή το 1858, λίγο καιρό μετά τον επαναπατρισμό της Ελένης και η ζωγράφος δημιούργησε την προτομή του κάνοντας χρήση πιθανών νεκρικού εκμαγείου. Είναι μια γύψινη σύνθεση στην οποία φιλοτεχνείται το κεφάλι του νεκρού με ένα μικρό μέρος του στήθους. Η καλλιτεχνική μέθοδος της χρήσης του νεκρικού εκμαγείου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και όπως φαίνεται και στο ίδιο το έργο βοηθούσε στην πιστή απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου του νεκρού, τα οποία διατηρούν τη φυσικότητα τους. Στο συγκεκριμένο γλυπτικό έργο αναδεικνύεται μια ιδιαίτερη πλαστική μαεστρία της καλλιτέχνιδος σε αντίθεση με άλλα σπουδαστικά γλυπτικά έργα που έχουν διασωθεί.

Έχοντας ολοκληρώσει τη μικρή αυτή διαδρομή στην πολυτάραχη ζωή της Ε. Αλταμούρα και έχοντας αναλύσει κάποια από τα λίγα έργα της που έχουν διασωθεί, είναι απαραίτητο να τονιστεί, εκτός του γεγονότος ότι ήταν η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος με συστηματικές σπουδές και η πρώτη που έζησε και βιοπορίστηκε μέσα από την τέχνη της, αποτελεί και από τις πρώτες περιπτώσεις Ελλήνων καλλιτεχνών που σπούδασαν στο εξωτερικό και με αυτόν τον τρόπο συνέβαλε στη διαμόρφωση της νεοελληνικής τέχνης και όπως εύστοχα έχει ειπωθεί «η ζωή της ήταν ένα έργο τέχνης».

Επίλογος

Τα όσα φάνταζαν αδιανόητα και αυστηρά απαγορευμένα για μια γυναίκα που έζησε στον 19ο αιώνα, τα εκπλήρωσε με πάθος η Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα. Παραπαίοντας μεταξύ δύο ταυτοτήτων, αυτή της εκ φύσεως γυναικείας υπόστασης, και αυτή της αναγκαστικής αντρικής εικόνας για να εξυπηρετήσει τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες, έφτασε στο καλλιτεχνικό της απόγειο. Φορώντας το αντρικό κουστούμι εξασφάλισε το πολυπόθητο εισιτήριο και σπούδασε για τέσσερα συναπτά έτη σε μια από τις μεγαλύτερες Ακαδημίες Τεχνών του εξωτερικού. Εκεί, άφησε ίχνη ανεξίτηλα ως το αγόρι με το πηγαίο και ζωντανό ταλέντο. Για τον πατέρα της ήταν η πολυαγαπημένη του κόρη, την οποία προίκισε με μια αστείρευτη ελευθερία έκφρασης και ατελείωτη δίψα για ζωή. Η Ελένη ή ο Ιωάννης Χρυσίνης μελέτησε με γυμνό μοντέλο και διέπρεψε κοντά σε διεθνώς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες. Ταξίδεψε πολύ και αποτύπωσε στον καμβά εκατοντάδες πηγές εικαστικής έμπνευσης.

Η Ελένη αγάπησε, έγινε μητέρα, ασπάσθηκε τον καθολικισμό και βίωσε με θυσία ψυχής και ζωής την προδοσία του συζύγου της. Άφησε πίσω της τον νεαρό Ιωάννη Χρυσίνη και επέστρεψε ως η αναγνωρισμένη καλλιτέχνιδα Ελένη της ζωγραφικής στη χώρα που νοστάλγησε, στη λησμονημένη πατρίδα που μνημόνευσε. Υπήρξε γνήσια Ελληνίδα με όραμα και ανιδιοτελή προσφορά στον τόπο της. Αυτή ήταν η Ελένη Αλταμούρα, άνθρωπος ευαίσθητος, προικισμένη με σπάνιο ταλέντο, που βίωσε με την ιδιαίτερα και συνάμα γοητευτική προσωπικότητα της μια πολυτάραχη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις, κυρίως στον πόνο της απώλειας. Έχασε τα δύο της παιδιά, αποχωρίστηκε το τρίτο και κατέληξε τραγικά στο σπετσιώτικο αρχοντικό-ησυχαστήριο της για να αποδώσει με τα πιο μελανά χρώματα το τέλος της ζωής και της καριέρας της. Σήμερα, συνεχίζει να εμπνέει μέσα από την πρωτοπορία και ιστορικότητα των έργων της, παραμένοντας η διαχρονική Αλταμούρα, η πρώτη Ελληνίδα εκπρόσωπος της νεωτερικής ζωγραφικής (εικ. 8, 9).

Εικόνα 8: Αφιέρωμα στην Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα από τον καλλιτέχνη Σωτήρη Αντωνιάδη (1980-)
Εικόνα 9: Αφιέρωμα στην Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα από τον καλλιτέχνη Σωτήρη Αντωνιάδη (1980-)

Πηγές και Βιβλιογραφία

Α. Πηγές
Arts & Culture, Λαμπράκη Μ., «19ος αιώνας, Η ζωγραφική του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους», χ.χ., https://artsandculture.google.com/exhibit/mgIS_CwzoLmYIA, τελευταία πρόσβαση, 17 Μαΐου 2021.
Αrtmag, Μποϊλέ Μ., (2010), «Ναζαρηνοί», 2010, artmag.gr, τελευταία πρόσβαση 18 Μαΐου 2021.
Γαλανάκη Ρ., «Ελένη Αλταμούρα», στο: Ο Πολίτης, τχ. 42 (1997), http://62.103.28.111/infopubl/05.03.4960.0042/files/assets/basic-html/page-28.html, τελευταία πρόσβαση 17 Μαΐου 2021, σ. 28-32.
Γιάκος Δ., «Αθήνα Ταρσούλη», στη: Νέα Εστία, τχ. 1149 (1975), σ. 683-685.
Εθνική Πινακοθήκη, «Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα», χ.χ., https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/category/ta-hronia-tis-basileias-tou-othona.html, τελευταία πρόσβαση, 31 Μαΐου 2021.
Εθνική Πινακοθήκη, «Λύτρας Νικηφόρος (Πύργος Τήνου 1832-1856)», χ.χ., https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painter/lutras-nikiphoros.html, τελευταία πρόσβαση 23 Μαΐου 2021.
Εθνική Πινακοθήκη, «Ραφαήλ Τσέκολι (Τσέκολης)», χ.χ., https://www.nationalgallery.gr/el/zographikh-monimi-ekthesi/painter/tsekoli–tsekolis–raphail.html, τελευταία πρόσβαση 17 Μαΐου 2021.
ΕΚΕΒΙ, «Στρατηγός Μακρυγιάννης», χ.χ., http://www.ekebi.gr/Fakeloi/makrygiannis/biografia.html, τελευταία πρόσβαση 17 Μαΐου 2021.
Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα, Πετρίδου Β & Ζιρώ Ο., «Τέχνες και Αρχιτεκτονική από την Αναγέννηση έως τον 21ο αιώνα», 2015, Ρομαντισμός, τελευταία πρόσβαση 23 Μαΐου 2021.
Η Ιστορία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και των Αρσακείων Σχολείων, Ατσαβέ Π.Α., «Ελένη Μπούκουρη – Αλταμούρα. Η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος που δίδαξε στο Αρσάκειο», χ.χ., https://history.arsakeio.gr/index.php/epikoinonia/138-eleni-boykouri-altamoyra-i-proti-ellinida-zografos-pou-didakse-sto-arsakeio, τελευταία πρόσβαση 27 Μαΐου 2021, χ.σ.
Κραβαρίτου Γ., «Η ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα: Άγνωστες Πτυχές του εν Φλωρεντία Βίου της», στο: Ο Πολίτης, τχ. 41 (1997), http://62.103.28.111/infopubl/05.03.4960.0041/files/assets/basic-html/page-29.html#, τελευταία πρόσβαση 23 Μαΐου, σ. 32-36.
Λύκειο των Ελληνίδων, «Ιστορικά στοιχεία, Καλλιρρόη Παρρέν (γ. Σιγανού)», Αθήνα χ.χ., Παρρέν, τελευταία πρόσβαση 17 Μαΐου 2021.
Μικρός Ρωμηός, Σκιαδάς Ε.Γ., «Το Θέατρο Ιωάννη Μπούκουρα», χ.χ., mikros-romios.gr, 17 Μαΐου 2021.
Κ. Παρρέν, «Ελένη Αλταμούρα», στην: Εφημερίς των Κυριών, αρ. φ. 167, 27.5.1890, https://digital.lib.auth.gr/record/29930/files/arc-2005-7670.pdf., τελευταία πρόσβαση 17 Μαΐου 2021, σ. 1-3.

Β. Βιβλιογραφία
Βάρσος Γ., Ιστορία της Ευρωπαικής Λογοτεχνίας από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, Πάτρα 2008.
Γαλανάκη Ρ., Ελένη ή ο κανένας, Αθήνα 2004.
Gombrich E. H., Το Χρονικό της Τέχνης, Αθήνα 2016.
Δασκαλοθανάσης Ν. & Κωτίδης Α., Τέχνες Ι: Ελληνικές Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας, Πάτρα 1999, τ. Γ΄.
Εμμανουήλ Μ., Πετρίδου Β. κ.α., Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη: Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από τον 18ο ως τον 20ο αιώνα, Πάτρα 2008, τ. Β΄.
Κωτίδης Α., Ελληνική Τέχνη, Ζωγραφική 19ου αιώνα, Αθήνα 1995.
Μαρκάτου Δ., «Η Ελένη Μπούκουρη Αλταμούρα: Συμβολή στη Μελέτη της Ζωής και του Έργου της», στα Πρακτικά του Γ΄ Συνεδρίου Ιστορίας της Τέχνης, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Τομέας Ιστορίας της Τέχνης «Η Τέχνη του 20ού Αιώνα: Ιστορία – Θεωρία – Εμπειρία», Θεσσαλονίκη 2009, Η Τέχνη του 20ού Αιώνα, τελευταία πρόσβαση 18 Μαΐου 2021, σ. 357-370.
Ταρσούλη Α., Η Πρώτη Ζωγράφος στην Ελλάδα μετά το Εικοσιένα, Αθήνα 1934.

*Η εργασία εκπονήθηκε για το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και τη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας & Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών (Π.Μ.Σ.) «Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία: Νέες θεωρήσεις και προοπτικές»

Την εργασία μπορείτε να την διαβάσετε επίσης ΕΔΩ (περιέχονται και οι υποσημειώσεις)

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 10   +   6   =