Το Τάγμα του Λευκού Φτερού κατά τον Μεγάλο Πόλεμο

του Χρίστου Δαγρέ,

Οι περισσότερες πληροφορίες του κειμένου προέρχονται από τα 3 άρθρα της βιβλιογραφίας. Οτιδήποτε επιπλέον έχει βιβλιογραφική παραπομπή ως υποσημείωση. Οι όποιες προσωπικές εκτιμήσεις και υποθέσεις δηλώνονται ξεκάθαρα εντός του κειμένου με τη χρήση ρημάτων σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Οι εικόνες προέρχονται από το άρθρο της J. Brain.

Εισαγωγή

Με την έναρξη του Α’ Παγκ. Πολέμου [Α’ΠΠ], γνωστού στη Δυτική Ευρώπη ως ο “Μεγάλος Πόλεμος”, η Μεγάλη Βρετανία δεν είχε κάνει υποχρεωτική τη στρατιωτική θητεία. Ο στρατός της αποτελούνταν αποκλειστικά από επαγγελματίες και εθελοντές. Μόλις το 1916 και μετά από την απώλεια μεγάλου αριθμού ανδρών, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να την επιβάλλει για την πλειοψηφία των Βρετανών μεταξύ 18-40 ετών. Έτσι, μεταξύ των ετών 1914-16, η βρετανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε σειρά προπαγανδιστικών εργαλείων για να περάσει το μήνυμα ότι ήταν ένας “δίκαιος πόλεμος” επειδή οι “Γερμανοί ήταν “βάρβαροι” που ήθελαν να αφανίσουν τους ευρωπαϊκούς λαούς”, στοχεύοντας εμμέσως να διατηρήσουν σταθερό το ρυθμό εθελοντικής στράτευσης.

Μεταξύ των προπαγανδιστικών μηχανισμών ωστόσο παρείσφρησανκαι κάποιοι που βρίσκονταν εκτός της επίσημης γραμμής αλλά στην πράξη αποδείχτηκαν εξαιρετικά επιδραστικοί (“οι μελετητές πιστεύουν ότι αυτό το κίνημα ήταν που οδήγησε τους περισσότερους νεαρούς Βρετανούς στα χαρακώματα και το θάνατο” [1]) αν και εξυπηρετούσαν έταιρους σκοπούς, με εμβληματικότερο το “Τάγμα των Λευκών Φτερών” (Order of the White Feather). Το “Τάγμα” εργαλειοποίησε το στίγμα και την καταισχύνη για να εξαναγκάσει τους νέους Βρετανούς σε εθελοντική κατάταξη. Τα λευκά φτερά πιθανόν να είχαν επιλεγεί επειδή συνδέονταν με την παράδοση των κοκορομαχιών όπου τα λευκά φτερά στην ουρά ενός πετεινού εκλαμβάνονταν ως ένδειξη κατωτερότητας και απουσίας μαχητικότητας. Επάνω στη συμβολική αυτή βάση το 1902 είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα “Τα 4 φτερά” του A.E.W Mason, όπου ο πρωταγωνιστής σε συνέχεια της παραίτησης του από τον βρετανικό, αποικιακό στρατό στο εμπόλεμο Σουδάν έλαβε 4 λευκά φτερά από πρώην συμπολεμιστές και την τέως αρραβωνιαστικιά του ως ένδειξη απαξίωσης του στη συνείδηση τους για τη “δειλία” του. Η δημοφιλία του μυθιστορήματος κατοχύρωσε έτσι στη λαϊκή συνείδηση τη συμβολική σύνδεση των λευκών φτερών με τη δειλία.

Επάνω στο συμβολικό αυτό υπόβαθρο ο αντιναύαρχος Charles Penrose Fitzgerald, εκ των θερμότερων υποστηρικτών της υποχρεωτικής στράτευσης, ανέπτυξε ένα σχέδιο για την αύξηση των εθελοντών μέσω των γυναικών. Στο πλαίσιο αυτό ο Fitzgerald οργάνωσε την πρώτη “δράση” των “λευκών φτερών” στην πόλη του Folkestone, την 30η Αυγούστου 1914. Επικεφαλής 30 γυναικών ξεκίνησαν να μοιράζουν λευκά φτερά (μιμούμενοι το γνωστό μυθιστόρημα) σε άντρες που δεν φορούσαν στολή. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι απόψεις του Fitzgerald περί υποχρεωτικής στράτευσης ήταν μάλλον μειοψηφικές. Πολλοί διανοούμενοι (κυρίως άντρες) θεωρούσαν την υποχρεωτική στράτευση ως “προσβλητική” καθώς αυτό υπονοούσε ότι οι Βρετανοί θα πολεμούσαν μόνο εφόσον ήταν υποχρεωμένοι επί ποινή. Και η αλήθεια είναι ότι, ειδικά στην αρχή, η κυβέρνηση δεν την επιθυμούσε καθώς ήδη είχε περισσότερους εθελοντές από όσους μπορούσε να εκπαιδεύσει.

Το παράδειγμα του Fitzgerald γρήγορα βρήκε μιμητές. Όπως για παράδειγμα την αυστρο-ουγγρικής καταγωγής αλλά βρετανικής υπηκοότητας, Emma (“Emmuska”) Orczy που εμπνεύστηκε από το “Τάγμα” για να σχηματίσει την “Ένωση Γυναικών για τη Μάχιμη Υπηρεσία στην Αγγλία” (“Women of England’s Active Service League”) με 20 χιλιάδες μέλη, που ενθάρρυναν τις γυναίκες να πιέσουν τους άντρες σε μάχιμη ηλικία να στρατολογηθούν … “εθελοντικά”. Η Orczy ήταν αριστοκρατικών πολιτικών απόψεων, ένθερμη υποστηρίκτρια της βρετανικής αποικιοκρατίας και έχαιρε σχετικής αναγνωρισιμότητας ως συγγραφέας δημοφιλών μελοδραμάτων ιστορικής μυθοπλασίας με ήρωες που διέσωζαν γάλλους αριστοκράτες από τη “μαντάμ γκιλοτίνα”.

Ο εκφυλισμός του φαινομένου σε μαζική υστερία

Η ταχύτατη κλιμάκωση του φαινομένου, η πολυδιάσπαση σε τοπικές οργανώσεις και ομάδες και η αυτόνομη δράση μεμονωμένων γυναικών οδήγησε αναπόφευκτα σε φαινόμενα υστερίας και ανόητων υπερβολών. Δεν ήταν σπάνια τα περιστατικά όπου οι “στόχοι” των γυναικών που θεωρούσαν ότι έκαναν το … “πατριωτικό” τους καθήκον (δηλαδή, να στείλουν άλλους στο θάνατο για λογαριασμό τους) ήταν κάθε τι άλλο παρά “νόμιμοι”. Αναφέρεται για παράδειγμα η ιστορία του στρατιώτη Ernest Atkins ο οποίος δέχτηκε ένα άσπρο φτερό στο τραμ ενώ ήταν σε άδεια από το Δυτικό Μέτωπο, όντας βετεράνος πολύνεκρων μαχών στο Βέλγιο. Ο Atkins αηδιασμένος από την ιταμή όσο και ανόητη προσβολή, χαστούκισε τη νεαρά που του ενεχείρισε το φτερό. Ο βετεράνος και ανάπηρος πολέμου Reuben W. Farrow απλώς γύρισε το κορμί του από την άλλη πλευρά για να δείξει σε αυτήν που τον προπηλάκισε ως “δειλό” ότι του έλειπε ένα χέρι από τον πόλεμο. Ο ναυτικός George Samson έγινε στόχος “λευκού φτερού” καθοδόν προς την τελετή απονομής του Σταυρού της Βικτωρίας [2] για τη γενναιότητα του στη μάχη της Καλλίπολης.

Ο διάσημος Σκώτος συγγραφέας, ο οποίος είχε υπηρετήσει τη θητεία του, Compton Mackenzie απλώς αρνούνταν ότι η κίνηση αυτή είχε το οποιοδήποτε ηθικό συμβολικό βάρος, υπογραμμίζοντας απαξιωτικά ότι επρόκειτο απλώς για “ανόητες νεαρές γυναίκες”. Ωστόσο, πολλοί άντρες έπαιρναν βαρέως μια τέτοια προσβολή, ακόμη και όταν ήταν απλώς έφηβοι δεκαέξι ετών. Ο νεαρός James Lovegrove, ο οποίος είχε απορριφθεί από την επιτροπή στρατολόγησης επειδή ήταν πολύ αδύναμος, ζήτησε να αλλοιώσουν το φάκελο του για να μπορέσει να καταταγεί και να αποφύγει το στίγμα. Μια αγγλίδα πάλι αναθυμούνταν σε μεγάλη ηλικία το βράδυ που ο πατέρας της πέρασε κλαίγοντας επειδή του είχαν δώσει ένα “λευκό φτερό” δημοσίως. Ο 34χρονος πατέρας της δίσταζε να καταταγεί επειδή η γυναίκα του ήταν σοβαρά άρρωστη και είχαν δύο μικρά κοριτσάκια χωρίς άλλο κηδεμόνα για να τα φροντίσει. Παρόλα αυτά, κατετάγη εθελοντικά λίγες ημέρες μετά το συμβάν.

Οι υστερικές επιθέσεις των “ακτιβιστριών” δεν υποχώρησαν παρά την κατακραυγή που ξεσήκωσαν οι απανωτές αστοχίες τους, σε σημείο μάλιστα που είχαν αρχίσει να επηρεάζουν το φρόνημα του στρατεύματος. Για το λόγο αυτό η κυβέρνηση δημιούργησε ειδική καρφίτσα-πέτου “για το Βασιλέα και τη Χώρα”, για τους εργαζόμενους σε καίριας σημασίας πολιτικές εργασίες στη χώρα (όπως π.χ. σε πολεμικές βιομηχανίες ή στρατηγικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό [3]) και το “Αργυρό Πολεμικό Έμβλημα” (με την επιγραφή “για το Βασιλέα και την Αυτοκρατορία”) που δόθηκε σε βετεράνους και στρατιωτικούς σε άδεια. Ο στόχος ήταν να περιοριστούν οι επιθέσεις εξευτελισμού εναντίον ανδρών που ήδη συμμετείχαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στην πολεμική προσπάθεια.

Φύλο και πολεμική προσπάθεια

Το φύλο ήταν ένας από τους παράγοντες που επηρεάσαν αποφασιστικά το λαϊκό αίσθημα στη Μ. Βρετανία για τον Α’ΠΠ. Ενώ αρχικά είχε ξεκινήσει ως ένας “πόλεμος χωρίς εχθρότητα” αφού ο λόγος της βρετανικής συμμετοχής ήταν η παραβίαση της συνθήκης περί της ουδετερότητας του Βελγίου από τη Γερμανία, γρήγορα μετατράπηκε σε πόλεμο για την προστασία από τη βία κατά των γυναικών. Αιτία ήταν η κλιμάκωση των ειδήσεων για τις φρικαλεότητες των γερμανών στρατιωτών στο Βέλγιο, μεταξύ των οποίων και για βιασμούς γυναικών. Οι διωκόμενες γυναίκες και τα παιδιά (όχι άδικα, καθώς αντιπροσώπευαν τον “άμαχο πληθυσμό”) έγιναν οι κύριες φιγούρες σε πολλές προπαγανδιστικές αφίσες και σκίτσα για να εκμαιεύσουν την υποστήριξη της κοινής γνώμης στην πολεμική προσπάθεια.

Ομοίως, τόσο ο Fitzgerald, όσο και η Orczy χρησιμοποίησαν την παράμετρο του φύλου για την στρατολόγηση νέων αντρών μέσω της καταισχύνης, στρεφόμενος σε (νέες κυρίως) γυναίκες για να στελεχώσουν τις οργανώσεις τους. Ωστόσο, παρά τη μαζικότητα που απέκτησαν προσωρινά, τελικά δελέασαν ένα πολύ μικρό κλάσμα των γυναικών της Μ. Βρετανίας. Οπότε εύλογα προκύπτει το ερώτημα: ποιές ήταν οι γυναίκες αυτές και ποια τα κίνητρα τους;

Σε πολλές αναφορές της εποχής περιγράφονται ως “flappers” αυτό ωστόσο αποτελεί ένα γενικότερο μειωτικό χαρακτηρισμό της εποχής, που χρησιμοποιούνταν με σκοπό να απαξιώσουν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν. Η Angela Woollacott στο άρθρο της “Khaki Fever” τις περιγράφει ως νεαρές (συχνά, έφηβες) κοπέλες που ανέπτυξαν έντονο ενδιαφέρον για τη στρατιωτική υπηρεσία και συχνά γίνονταν “επιθετικές” και “εξωστρεφείς”, ειδικά όταν “κυνηγούσαν σε αγέλες” [4]. Ωστόσο κι αυτή η περιγραφή μας δίνει ελάχιστες πληροφορίες για τους λόγους και το ιδεολογικό πλαίσιο που ώθησαν μια μειοψηφία νέων γυναικών να υιοθετήσει ενδιαφέροντα και μοτίβα συμπεριφοράς τόσο διαφορετικά από τα κατεστημένα της εποχής.

Το να απευθύνονται δημόσια νέες γυναίκες σε άγνωστους άντρες και μάλιστα να τους υποδεικνύουν ποιό είναι “το καθήκον” τους επρόκειτο για μία πρωτοφανή στάση, εντελώς έξω από τις κοινωνικές νόρμες. Νομίζω ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι μία τέτοια συμπεριφορά (δεδομένου του τεράστιου αρνητικού ηθικού φορτίου που έκρυβε για όποιον δέχονταν το λευκό φτερό) ήταν πρωτίστως μία επίδειξη δύναμης όχι μόνο σε κοινωνικό επίπεδο αλλά και με πολιτικές προεκτάσεις, υπόθεση που υποστηρίζεται από τη συμμετοχή της “Πολιτικής και Κοινωνικής Ένωσης Γυναικών” (Women’s Political and Social Union) των Emmeline και Christabel Pankhurst στα “Λευκά Φτερά”.

Η “Ένωση” ήταν η ισχυρότερη και πιο μαχητική οργάνωση σουφραζετών (εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό “The Suffragette”) και είχε εξαρχής ερμηνεύσει το ζήτημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης των γυναικών ως ένα “πόλεμο”, χρησιμοποιώντας στρατιωτική ορολογία και αντίστοιχες επιθετικές πρακτικές (π.χ. θραύση υαλοπινάκων και εμπρησμούς). Η ανάλυση και παρουσίαση των σχέσεων των φύλων με όρους “εξουσίας” ήταν μεταξύ των τακτικών τους και επομένως η “εξουσιαστική” διάσταση των “λευκών φτερών” δεν ήταν ξένη προς τον τρόπο σκέψης τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την έναρξη του πολέμου η “Ένωση” και οι αδερφές Pankhurst στράφηκαν στην ολόθερμη στήριξη της πολεμικής προσπάθειας, εγκαταλείποντας τις συγκρουσιακές τακτικές. Αφορμή για την αλλαγή στρατηγικής πρέπει να ήταν η αποδοχή από μέρους τους ότι μια σύγκρουση θα ήταν αντιπαραγωγική για το σκοπό τους (ειδικά σε περίοδο πολέμου) αλλά δεν πρέπει να απορριφθούν και τα γνήσια πατριωτικά κίνητρα ως ένας από τους λόγους. Ωστόσο, το ισχυρότερο κίνητρο ήταν το γεγονός ότι τους δίνονταν η ευκαιρία να παρέμβουν στο συζήτηση περί του ρόλου των γυναικών, της συνεισφοράς τους στον πόλεμο και – κατ΄ επέκταση – στο ποιός “αξίζει” να έχει πολιτικά δικαιώματα. Έτσι, ήδη από το Σεπτέμβριο του 1914 οι σουφραζέτες υιοθέτησαν το σύνθημα “Πολεμική Υπηρεσία για Όλους”, το οποίο ερμήνευαν ως υποχρεωτική στράτευση για τους άντρες και εργασία για τον πόλεμο για τις γυναίκες.

Είναι γεγονός λοιπόν ότι οι Pankhurst όχι μόνο γύριζαν τη χώρα εκφωνώντας λόγους υπέρ της συμμετοχής της Μ. Βρετανίας, παρακινώντας τους άντρες να καταταγούν, αλλά οι υποστηρίκτριες τους είχαν εμπλακεί ενεργά στο κίνημα των “λευκών φτερών” εξευτελίζοντας αδιακρίτως όσους άντρες επέλεγαν. Αυτό εξηγεί γιατί το “κίνημα” συνέχισε απροβλημάτιστα τη δράση του παρά τις κραυγαλέες αστοχίες, καθώς εξυπηρετούσε τον “ιδεολογικό” τους αγώνα για την άσκηση εξουσίας επί των αντρών και την προώθηση των πολιτικών σκοπών τους. Επιπλέον, θα αποτελούσε βαριάς μορφής εθελοτύφλωση εάν αγνοηθεί το πόσο συντριπτικά ανισοβαρές [5] ήταν το κεντρικό τους σύνθημα: η υπηρεσία που θεωρούσαν οι σουφραζέτες ότι αρμόζει στους άντρες συνδεόταν με τον εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο να σκοτωθούν στη μάχη, να τραυματιστούν βαριά [6] ή να ακρωτηριαστούν – οι αντίστοιχοι κίνδυνοι για τις γυναίκες που θα εργάζονταν στην πολεμική βιομηχανία ήταν ασύγκριτα χαμηλότεροι!

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ρητορική των σουφραζετών ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με την επίσημη κρατική (“πατριαρχική” σύμφωνα με τον μεταμοντέρνο τρόπο θέασης του κόσμου). Έτσι, όταν η Pankhurst διακήρυττε δημόσια την “υποχρέωση των αντρών να τιμήσουν το λόγο τους προς τις γυναίκες (…) και να σώσουν τις μητέρες, συζύγους και κόρες της Μ. Βρετανίας” υιοθετούσε την κατεστημένη ταύτιση του αντρισμού με τον πατριωτισμό και της θηλυκότητας με την ανάγκη για προστασία και την υποχρέωση των αντρών να την προσφέρουν ακόμη κι αν το αντίτιμο είναι η ζωή τους. Το ίδιο μοτίβο αναπαρήγαγε και η κρατική προπαγάνδα όταν παρουσίαζε γυναικόπαιδα να ξεπροβοδίζουν τους στρατιώτες κάτω από το σύνθημα “Οι Γυναίκες της Βρετανίας Λένε: Πήγαινε!”.

Ο Simmers στο κείμενο του υποστηρίζει ότι θα ήταν λάθος να ταυτιστούν τα “λευκά φτερά” με το κίνημα των σουφραζετών και ότι η συμμετοχή τους αποτελούσε απλώς ένα μικρό μόνο τμήμα αυτού του ευρύτερου φαινομένου. Είναι αδύνατον να αποδειχτεί το ποσοστό των νέων γυναικών που μοίραζαν λευκά φτερά και ήταν παράλληλα ενεργές σουφραζέτες ή πόσο δραστήριες ήταν σε “ακτιβιστικές ενέργειες” σε σύγκριση με τον μέσο όρο. Θεωρώ όμως έγκυρη την υπόθεση ότι η συμμετοχή τους μπορεί να ήταν μειοψηφική αλλά όχι αμελητέα. Νομίζω ότι το ιδεολογικό πλαίσιο της δράσης τους και η στρατηγική τους στην επίτευξη των πολιτικών τους στόχων έπαιξαν, συνειδητά ή όχι, πολύ σημαντικό ρόλο στην κανονικοποίηση του “δικαιώματος” των νέων γυναικών να επιβάλουν στους άντρες τις “υποχρεώσεις” τους, ακόμη κι αν το τελικό διακύβευμα ήταν η επιλογή μεταξύ της φυσικής ή της ηθικής και συναισθηματικής τους εξόντωση [7].

Η κατάληξη

Το τέλος του πολέμου το 1918 σήμανε την οριστική εξαφάνιση των “λευκών φτερών”. Η οργάνωση είχε απαξιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλοί ισχυρίζονταν ειρωνικά, ότι είχε δημιουργηθεί προκειμένου «νεαρές γυναίκες να ξεφορτωθούν τους εραστές τους, στέλνοντάς τους στον πόλεμο για να σκοτωθούν»! Προσωπικά θεωρώ ότι ο αστεϊσμός αυτός υποκρύπτει μία δόση αλήθειας. Βεβαίως, είναι αδύνατον να αποδειχτεί έναν αιώνα αργότερα, καθώς σήμερα είναι ταμπού που παραβιάζει τα όρια της σιωπηλής λογοκρισίας της πολιτικής ορθότητας, ενώ πιθανότατα θα είχαν αρνηθεί να το παραδεχτούν συνειδητά πολλές από τις συμμετέχουσες εάν είχαν ερωτηθεί τότε, αλλά είμαι βέβαιος ότι η πράξη αυτή για ένα μικρό ίσως αλλά όχι αμελητέο αριθμό γυναικών υπέκρυπτε το μίσος τους εναντίον των αντρών γενικά. Κάποιες γυναίκες εκτός από την ικανοποίηση της εξουσίας που ασκούσαν επάνω στους άντρες, αντλούσαν και μια μικρή και ανομολόγητη ικανοποίηση για το ότι έστειλαν κάποιους νέους άντρες να σκοτωθούν (ή να σκοτώσουν) στο Βέλγιο.

Ανεξαρτήτως των ψυχολογικών και ιδεολογικών κινήτρων – ομολογημένων ή μη – της κάθε γυναίκας που συμμετείχε στο “Τάγμα” το βέβαιο είναι ότι μετά τη λήξη του Α’ΠΠ ο “ακτιβισμός” αυτής της μορφής έχασε την όποια λάμψη (ή, πολύ περισσότερο, το όποιο ψιμύθι “πατριωτισμού”) μπορεί να είχε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Γι’αυτό όταν στη δεκαετία του ‘60 το BBC γύρισε ένα ντοκυμαντέρ για τα “λευκά φτερά”, απέναντι στους εκατοντάδες άντρες που προσφέρθηκαν να αφηγηθούν τις προσωπικές τους εμπειρίες ή ιστορίες άλλων αντρών που σκοτώθηκαν στα ορύγματα του Βελγίου, μόλις δύο γυναίκες θέλησαν να μιλήσουν για τη συμμετοχή τους στον “ακτιβισμό” (η μία μάλιστα αυτοπεριγράφτηκε ως “βλάκας” για τη συμμετοχή της). Η διάλυση των αυταπατών για τη δήθεν σημαντικότητα του “ακτιβισμού” τους, με όλες τις υπερβολές και τα λάθη του “Τάγματος”, τελικά επέστρεψε το αίσθημα καταισχύνης στις ίδιες – μόνο που αντί για κάποια γενναία, δημόσια αυτοκριτική, επέλεξαν τη λήθη και την αφάνεια.


Βιβλιογραφία

Κωνσταντίνος Λαγός, “Οι γυναίκες που εξευτέλιζαν τους Βρετανούς για να τους αναγκάσουν να πολεμήσουν στον Α΄ παγκόσμιο. Τα λευκά φτερά”. Ιστοσελίδα “Μηχανή του Χρόνου” (εκτυπώθηκε: 16 Αυγ 2024).

Jessica Brain, “The White Feather Movement”. Ιστοσελίδα “Historic UK”, 8 Ιανουαρίου 2022 (εκτυπώθηκε: 16 Αυγ 2024).

George Simmers, “White Feathers : Stories of Courage, Recruitment and Gender at the start of the Great War”. Ιστολόγιο “Great War Fiction” (εκτυπώθηκε: 18 Αυγ 2024).

Σημειώσεις

[1] Στο Κ. Λαγός “Οι γυναίκες που εξευτέλιζαν τους Βρετανούς για να τους αναγκάσουν να πολεμήσουν στον Α΄ παγκόσμιο. Τα λευκά φτερά”

[2] Πρόκειται για την υψηλότερη μορφή ηθικής επιβράβευσης της γενναιότητας που δείχνει κάποιος στρατιώτης προ του εχθρού, στον βρετανικό στρατό.

[3] H κυβέρνηση θορυβήθηκε από τον επικίνδυνα αυξανόμενο αριθμό αντρών που παραιτούνταν από σημαντικές θέσεις-κλειδιά για να καταταγούν εξαιτίας των λευκών φτερών, γεγονός που θα μπορούσε να υπονομεύσει την πολεμική προσπάθεια εκ των έσω.

[4] Από το άρθρο της Angela Woollacott, “ ‘Khaki Fever’ and its Control: Gender, Class, Age and Morality on the British Homefront in the First World War” [Journal of Contemporary History Vol 29 (1994) σελ. 325-47] όπως παρουσιάζεται στο κείμενο του G. Simmers, “White Feathers : Stories of Courage, Recruitment and Gender at the start of the Great War”

[5] Σε αντίθεση με τον ακίνδυνο “ακτιβισμό” των λευκών φτερών, ο αθηναϊκός νόμος στην αρχαία Αθήνα προέβλεπε ότι η εκδίκαση δίωξης για αστρατεία, λιποταξία ή λιποψυχία (δειλία στη μάχη) γινόταναπό λαϊκά δικαστήρια με ενόρκους Αθηναίους που είχαν πολεμήσει στη συγκεκριμένη εκστρατεία, ενώ η σύσταση των δικαστηρίων οριζόταν από την επιτροπή των στρατηγών. Πηγή: Matthew R. Christ, “Ο κακός πολίτης στην κλασική Αθήνα”. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (2018), σελ. 188-9.
Με τον τρόπο αυτό η αθηναϊκή δημοκρατία αναγνώριζε ότι νομικό και ηθικό δικαίωμα για να υπαγορεύσει κάποιος σε έναν ελεύθερο πολίτη τις υποχρεώσεις τους είχε μόνο όποιος είχε εκτεθεί στους σημαντικούς κινδύνους της υπό συζήτηση εκστρατείας – δεν νοούνταν εξίσωση των κινδύνων αυτών με μια σαφώς πιο ακίνδυνη υπηρεσία.

[6] Στο διαδίκτυο υπάρχουν χιλιάδες φωτογραφίες από κέντρα αποκατάστασης τραυματιών του Α’ΠΠ, συμπεριλαμβανομένων και χιλιάδων τραυματιών με βαριά παραμόρφωση του προσώπου, που αποκαθίσταντο μερικώς με αισθητικά προσθετικά μέλη.

[7] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι “φιλειρηνιστές” που απέρριπταν τη στρατιωτική θητεία για “ιδεολογικούς” λόγους όχι μόνο δεν πτοούνταν από τα λευκά φτερά αλλά τα επεδείκνυαν με καμάρι! Αυτό ως προς το ποιούς στόχευσε στην πράξη το “κίνημα” αυτό.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 7   +   3   =